Η εξέγερση {Το Πέταγμα} Ελευθερία Πάντα

Ο Άγγελος φώναξε στο αφτί μου,,, και ο Εαυτός μου άκουσε,,, κατάλαβε,,, η συνείδηση πέταξε, έφυγε ελεύθερη για το ταξίδι του μέλλοντος στο τώρα,,, γερμανική ματιά,,, η ώθηση μπροστά που κοιτά με λοξή ματιά,,, το παρελθόν του μέλλοντός μας, την ανάμνηση του επέκεινα,,, το εξτρίμ φωτίζει την ιστορία,,, το αλλόκοτο και σουρεαλιστικό που μόνο ο Αρχάγγελος της ιστορίας βλέπει,,, οι άνθρωποι σε άλλη διάσταση,,, χωρισμένοι από την Αλήθεια – και εγκλωβισμένοι – εξορισμένοι από το εικονικό τείχος της ψευδαίσθησης,,, Άγγελε-Άγγελοι πετάξτε μακριά,,, ίσως η ψυχή μου σας ακολουθήσει,,, όταν ο φόβος σβήσει από το εκτυφλωτικό φως του σκοταδιού,,, θα κάνω – θα κάνουμε – το Άλμα,,,

Δημήτρης Φασόλης

9/10/2017

Advertisements

ΑΝ

,,,ήμασταν εξερευνητές του χρόνου, της ιστορικής συνείδησης και της ελευθερίας,,, Αν είχαμε το πέταγμα στις τέσσερεις διαστάσεις,,, στις καρδιές μας,,, και ζούσαμε στην Πέμπτη,,, θα περικυκλώναμε όλες τις πλευρές της πραγματικότητας,,, και της Αλήθειας ταυτόχρονα,,, στο μέλλον, στο παρόν, στο παρελθόν,,, ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – θα βλέπαμε το σύμπαν κουτί – τι σου είπα για το μαύρο κουτί φίλε; Τη μαύρη τρύπα του Απείρου; Θα βγούμε έξω, θα στο σκάσουμε! Για άλλη μια φορά – Ναι! Πολλές φορές! ,,, δεν έχει σημασία – Απόλυτο Άπειρο,,, Και τότε,,, ναι, τότε,,, η πόλη σας θα έπεφτε,,, Πέφτει,,,

Φασόλης Δημήτρης

4/10/2017

 

Η παιδεία της νέας συνειδητότητας και της ελευθερίας (ιδέες για το περιεχόμενο και τους στόχους)

  • Το σύμπαν αλλάζει άρα και η ζωή και το περιβάλλον γύρω μας, για αυτό πρέπει να φύγουμε από την έννοια της σταθερότητας*.
  • Άλλο εκπαίδευση και άλλο παιδεία – κι έναν δολοφόνο τον εκπαιδεύεις.
  • Η εκπαίδευση ακόμη διδάσκει περί ύλης, ενώ ξέρουμε πλέον ότι η ύλη είναι Μάτριξ, μια εικόνα των αισθήσεών μας, «μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται στον εγκέφαλό μας, λόγω του πώς λειτουργούν οι αισθήσεις.
  • Η εκπαίδευση αναπαράγει το σύστημα, δεν βοηθά στην πρόοδό του: δε διδάσκει τις επιστημονικές έννοιες π.χ. τις 4 διαστάσεις.
  • Ανάγκη για αλλαγή των αντιλήψεων για τον χώρο: Καμπυλότητα χώρου στη διεύθυνση του χρόνου – χωροχρόνος ως ενιαία οντότητα.
  • Στο σύμπαν δεν υπάρχει ύλη, τουλάχιστον όπως την ξέρουμε: δεν υπάρχουν χρώματα, σχήματα, μορφές, οσμές… υπάρχει μονάχα ένας κοχλάζων ωκεανός ενέργειας.
  • Αυτό που εμείς αισθανόμαστε ως ύλη και μορφή, δεν είναι παρά δέσμες ενέργειας από αυτόν τον ωκεανό που «τρυπάνε» το μάτι μας και μέσω «καλωδίων» (δηλ. νευρώνων) εγκαθίστανται σε συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου και μετατρέπονται σε χρώμα, μορφή κλπ.
  • Η πλειονότητα του κόσμου δεν γνωρίζει ότι το 99% της ύλης είναι κενός χώρος, γιατί όμως δε βλέπουμε τις τρύπες; Καταρρίπτεται λοιπόν η κοινή αντίληψη περί ύλης, ως κάτι το κυρίαρχο και σταθερό στο σύμπαν και στη φύση.
  • Όταν καμπυλωθεί ο χώρος των τριών διαστάσεων πέραν ενός ορίου, οτιδήποτε υλικό χάνεται. Απλό παράδειγμα: το πλοίο χάνεται στον ορίζοντα λόγω της καμπυλότητας της Γης.
  • Ανάγκη για επιστροφή στους προσωκρατικούς: αφού και ο άνθρωπος είναι ύλη, άρα υπόκειται στους νόμους-λειτουργίες του σύμπαντος
  • Η ενέργεια και η ύλη παράγεται από την καμπυλότητα του χώρου – άρα η ύλη και η ενέργεια είναι πύκνωμα, λόγω της καμπυλότητας του χώρου. Συνεπώς, ο χώρος τα παράγει όλα αυτά, όταν καμπυλώνεται.
  • Να μάθουν τα παιδιά ότι δεν υπάρχει μόνο το αλήθεια ή ψέμα, αλλά και το ενδιάμεσο ή το τροπικό στοιχείο στη λογική. Για παράδειγμα, κάτι που τώρα θεωρείται σωστό ή αληθές, μπορεί αργότερα να είναι λανθασμένο. Ή ότι δεν υπάρχει μόνο η λογική του μαύρου-άσπρου αλλά και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις. Αυτός ο τρόπος σκέψης πρέπει να συνδεθεί και σε πρακτικά και κοινωνικά καθημερινά προβλήματα: π.χ. οι μετανάστες δεν είναι είτε καλοί είτε κακοί – αυτό εξαρτάται από τη συμπεριφορά τους και όχι από τη καταγωγή ή το χρώμα τους. Επίσης κάτι που είναι ηθικά αποδεκτό σήμερα αύριο ίσως να είναι καταδικαστέο, όπως συνέβη πολλές φορές στην ιστορία.
  • Να γίνει κατανοητό ότι πολλά πράγματα δεν τα βλέπουμε ή ότι είναι απροσδιόριστα και παράδοξα (π.χ. ο χορός ή νέφος των σωματιδίων)
  • Να καλλιεργηθεί η ολιστική αντίληψη: ενότητα όλου-μέρους, το μέρος έχει ολόκληρη την πληροφορία, υπάρχει διασύνδεση και αλληλεπίδραση των πάντων, άσχετα αν δεν την αντιλαμβανόμαστε, όμως μας επηρεάζει.
  • Η έννοια της πληροφορίας: στην εποχή μας, εποχή της πληροφορίας, δεν νοείται μια παιδεία χωρίς να εμβαθύνει στις διάφορες πτυχές της θεωρίας της πληροφορίας.
  • Άλλα γνωστικά αντικείμενα: Μαθηματικά, φυσική, κβαντική, κοσμολογία
  • Φιλοσοφία και σοφία στο κέντρο της παιδείας-πολιτισμού.
  • Ψυχολογία-ψυχανάλυση: για αλλαγή συμπεριφοράς και αυτογνωσία.
  • Δεν καταπιέζεται η σεξουαλικότητα- πρέπει να εκφράζεται, να γίνεται αντικείμενο συζήτησης, διαλόγου, προβληματισμού, κριτικής σκέψης – όπως και κάθε συμπεριφορά ή σκέψη: πρώτα ανοχή, κατανόηση και μετά κριτική – αυτογνωσία, ενδοσκόπηση, αυτονομία, ανεξαρτησία.
  • Άμβλυνση του Υπερεγώ (των ενοχών και επιταγών της κοινωνίας), απενοχοποίηση του ατόμου, ανάδειξη και ανάλυση του ασυνειδήτου – ομαδική ψυχοθεραπεία – θεατρικό παιχνίδι, τέχνη, φιλοσοφία, αναζήτηση του νοήματος της ζωής (διαφορετικό για κάθε άτομο), χτίσιμο προσωπικότητας, ανάδειξη του εαυτού σε διαλεκτική σχέση με το συλλογικό – συλλογική συνείδηση.
  • Αναβάθμιση της ατομικής συνείδησης-κοινωνική συνείδηση.
  • Νέες έννοιες, ιδέες, αισθήματα, επικοινωνία γνήσια μεταξύ προσώπων και όχι προσωπείων.
  • Άνοιγμα στο καινούριο, στο παράδοξο, στο περίεργο, στο αυθόρμητο, στο μη κανονικό, στο χαοτικό, στο εν δυνάμει, στο απροσδιόριστο, απίθανο, αδιανόητο.

 

  • Σημείωση: Κάποιες ιδέες και έννοιες έχουν αντληθεί από ομιλία του φυσικού Μάνου Δανέζη.

 

Δημήτρης Φασόλης

12/7/2017

Ηπειρωτική φιλοσοφία και φαινομενολογία

Η φαινομενολογία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ηπειρωτικής φιλοσοφίας, ένας τρόπος σκέψης και μεθόδου που λείπει παταγωδώς από την αναλυτική φιλοσοφία, και γενικότερα από τη φιλοσοφία, καθιστώντας την έτσι μια ελλιπή και επιφανειακή σκέψη και προσέγγιση της πραγματικότητας. Η φαινομενολογική μέθοδος στηρίζεται στην απαίτηση για μια προεμπειρική και προεπιστημονική γνώση, όσο παράδοξο και δυσνόητο κι αν ακούγεται αυτό. Αυτή η διαδικασία εξαρτάται και καθορίζεται από τη στάση της συνείδησης, η οποία δρα ενεργητικά και αφαιρεί από το αντικείμενο ή το φαινόμενο την όποια δεδομένη εμπειρική ή επιστημονική προκατάληψη ή αυτονόητη και στερεότυπη έννοια της κοινής λογικής. Ουσιαστικά ξεχνάμε και ξεμαθαίνουμε ό,τι ξέρουμε μέχρι τώρα για τα πράγματα. Τα προσεγγίζουμε μόνο με τον νου, με μια αφαιρετική, μη-εμπειρική διαδικασία, με την καθαρή αίσθηση ή σχέση που μπορεί να έχει η ζωντανή συνείδηση με το αντικείμενό της. Αφαιρούμε κάθε εμπειρική ή κατεστημένη επιστημονική ιδιότητα, προσπαθώντας να αποκαταστήσουμε την πηγαία, αρχική, γνήσια και ζωτική σχέση του νου και της συνείδησης με το πράγμα, δηλαδή το πρωταρχικό πλαίσιο της ζωής, της ζωτικής δύναμης εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η σχέση συνείδησης-παρατήρησης και αντικειμένου.

Η φαινομενολογία έχει ως αίτημα να φτάσει στην προ-εμπειρική και προ-επιστημονική γνώση. Η εμπειρική γνώση αναφέρεται στον «μέσο» εμπειρικό άνθρωπο, όπου εμπειρία ουσιαστικά σημαίνει προκατάληψη, ιδεολογικοποιημένη και διαμεσολαβημένη αναπαράσταση. Αλλά και η επιστημονική γνώση στηρίζεται στην εμπειρία, έστω και αν προχωρεί σε αφαιρέσεις και γενικεύσεις – δηλαδή σε αναγωγισμό. Επομένως στηρίζεται στις προκαταλήψεις τις εμπειρίας. Ο καθημερινός εμπειρικός άνθρωπος μπορεί να βλέπει το λιοντάρι να τρώει άλλα θηλαστικά και να το ονομάζει «βασιλιά», αλλά και η τυπική επιστήμη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να δίνει μια λειτουργική ή δομική εξήγηση-ερμηνεία στη δοσμένη εμπειρική ιδέα. Ίσως η αποβλεπτικότητα, αυτή η βασική προϋπόθεση της φαινομενολογίας, να καθίσταται τελικά η ζωντανή δύναμη, η άμεση και γνήσια σχέση που ενώνει σε μια μέθεξη ή όσμωση το υποκείμενο και το αντικείμενο. Και αυτή η ίδια να είναι μια καθαρή, γνήσια και πρωτόλεια γνώση ή θεωρία. Η αποβλεπτικότητα συνδέει άμεσα το υποκείμενο με το αντικείμενο και τα διαλύει σε μια νέα ενότητα, που τελικά οδηγεί στην κατάδυση στο  βάθος της ύπαρξης, κάτω από το φαινόμενο, στην πραγματικότητα, στην ουσία, στον όν και στις ιδιότητές του.

Έτσι η ίδια η ζωή, και όχι το αποστειρωμένο εγώ-υποκείμενο, είναι η δύναμη της γνώσης, μέσα από το βίωμα, το αίσθημα της ύπαρξης, εμπεριέχει συνεπώς την αίσθηση, όχι μονάχα τη λογική και την απόδειξη, αλλά την πίστη, τη μέθεξη, το νόημα και τελικά την ίδια τη σοφία.

Δημήτρης Φασόλης

29/6/2017

 

 

Ο σχολικός ιδρυματισμός και η γνώση της ελευθερίας

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η κατεστημένη παιδεία-εκπαίδευση δε σέβεται ειλικρινά την προσωπικότητα του παιδιού – μόνο στα λόγια. Στην πράξη λειτουργεί σαν φάμπρικα ομογενοποιημένων συνειδήσεων, σκέψεων και συμπεριφορών. Η πρωτοτυπία δεν λαμβάνεται υπόψη – αντιθέτως, αποθαρρύνεται και ελέγχεται. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη-γνώμη ή την επιθυμία και τη φαντασία του υποκειμένου του παιδιού. Η γνωστική διαδικασία έτσι γίνεται βαρετή, μια αγγαρεία, καταπιεστική και μονότονη.

Γιατί η γνώση όμως πρέπει να είναι τυποποιημένη και επιφανειακή; Γιατί να μην είναι ενδιαφέρουσα, διασκεδαστική, ευχάριστη και βιωματική; Δηλαδή να προκαλεί τα παιδιά να την ανακαλύψουν και να εξοικειωθούν μ’ αυτή, ενσωματώνοντάς την στην εμπειρία τους και στην ιδιαίτερη προσωπικότητα-ιδιοσυγκρασία τους; κάνοντάς τη κομμάτι οργανικό του εαυτού τους, δίνοντας στοιχεία του εαυτού τους στη γνώση αυτή, ώστε έτσι να εξελίσσεται και να επεκτείνεται σε νέες διαδικασίες και τομείς της ζωής (υλικής και πνευματικής, ατομικής και κοινωνικής); Η γνώση και η παιδεία, όταν αξίζουν να λέγονται και να θεωρούνται τέτοιες (όχι κατ’ ευφημισμόν), τότε στηρίζονται και προάγουν την κριτική σκέψη, την απροκατάληπτη έρευνα, τη φαντασία, τη φιλοσοφική στάση κα σκέψη, τη μαθηματική λογική, τη δημιουργικότητα, τη συναισθηματική νοημοσύνη. Και σε κοινωνικό επίπεδο, τη συμβουλιακή-ελευθεριακή δημοκρατία, τη διαβούλευση-διάλογο, την αντιπαράθεση και την κριτική στάση, τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη.

Το σχολείο σήμερα καταστρατηγεί την έννοια της δημοκρατίας και του πολίτη, εμποδίζοντας την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το ξεδίπλωμα και άνοιγμά της στην κοινωνία, περιορίζοντας σε ελεγχόμενα κανάλια και χειραγωγώντας την γνώμη και την κριτική σκέψη. Ο πολίτης αναπτύσσεται από την παιδική ηλικία, μάλιστα όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο, και δεν ωριμάζει ξαφνικά όταν ενηλικιωθεί. Αυτό σημαίνει ότι του δίνονται από την κοινωνία και φυσικά από το σχολείο τα απαραίτητα εφόδια, ερεθίσματα και ευκαιρίες για να μάθει να λειτουργεί ως υπεύθυνος και αυτόνομος πολίτης, όχι ως παθητικός και εξαρτημένος ψηφοφόρος και καταναλωτής. Στο σχολείο προωθείται η τυποποίηση της γνωστικής διαδικασίας, ακόμη και στα περιβόητα προγράμματα και πρότζεκτς, όπως στην Ευέλικτη Ζώνη. Οι εκπαιδευτικοί, κατά κανόνα, ετοιμάζουν τις εργασίες και προσφέρουν έτοιμες πληροφορίες και γνωστικά σχήματα στα παιδιά. Συνεπώς προσφέρεται μια τυπική και επιφανειακή συμμετοχή των παιδιών, έτοιμη γνώση και όχι ανακάλυψη αυτής, επίφαση ομαδικότητας και συνεργατικότητας. Αλλά ούτε διδάσκονται και καλλιεργούνται δεξιότητες κοινωνικές, συναισθηματικές, νοητικές, παρά μόνο παθητική συσσώρευση πληροφοριών, συχνά παρωχημένων και άχρηστων.

Στην παιδεία, τη γνήσια παιδεία, αναπτύσσεται και ενδυναμώνεται η ελευθερία και η αυτονομία, η δημιουργικότητα και η φαντασία, το παιδί αφήνεται να ξεδιπλωθεί-ανοιχτεί στο περιβάλλον του, να αμφισβητήσει ρόλους και στερεότυπα, να απεξαρτηθεί από τη θωρακισμένη οικογένεια, να παράγει πρωτότυπες ιδέες. Εδώ ο άνθρωπος εξοπλίζεται με τόλμη, ρήξη με το παλιό, ζει και σκέφτεται πέρα από τον καθωσπρεπισμό και τον κομφορμισμό, απελευθερώνεται από τη θωράκιση του εγώ και από την εξάρτηση από το Υπερεγώ και τη Συμβολική Τάξη, την εξουσία.

Καθώς η επιστημονική γνώση έχει προοδεύσει τόσο εκπληκτικά στη σύγχρονη εποχή, με αποτέλεσμα να έχουν ανατραπεί οι παραδοσιακές αντιλήψεις για την αιτιότητα και την εγκυρότητα-σταθερότητα των φυσικών νόμων και μοντέλων για τον κόσμο, όπου η αλήθεια τους σχετικοποιείται και απομυθοποιείται, τι νόημα έχει να υπάρχει ακόμη στις μέρες μας η τυπική εκπαίδευση; Τι νόημα έχει η μάθηση της τυποποιημένης γνώσης, η παπαγαλία, η παραδοσιακή πειθαρχία και η υπακοή στην αυθεντία του δασκάλου και του σχολικού εγχειριδίου;

Η γνώση και η κατανόηση της σύγχρονης απροσδιοριστίας, της πιθανοκρατίας, της μη-αιτιότητας, της κατάρρευσης του ντετερμινισμού και της ευθύγραμμης εξέλιξης των γεγονότων, της υποχώρησης του νευτώνειου και σταθερού-μηχανικού σύμπαντος, πώς συνάδουν με τις παραπάνω παραδοσιακές, πεπαλαιωμένες και αυταρχικές αξίες, ιδέες και στάσεις ζωής;  Αντίθετα, αυτό που συντονίζεται και ευνοεί τις νέες επιστημονικές αλήθειες-γνώσεις είναι η αμφισβήτηση, ο διάλογος-αντιπαράθεση, η κριτική σκέψη και η ρηξικέλευθη ματιά στα πράγματα, η μη-προκατάληψη και η αδογμάτιστη αντίληψη-σκέψη. Δηλαδή το παιχνίδι, ως φιλοσοφική στάση, ως αντίληψη και τρόπος ζωής θα πρέπει να είναι το κριτήριο και η πυξίδα των σύγχρονων ανθρώπων για τη ζωή τους, όπως επίσης το άνοιγμα του μυαλού στο καινούριο, στο παράδοξο, στη φαντασία. Με άλλα λόγια το πρόταγμα-όραμα της ριζοσπαστικής και ελευθεριακής παιδαγωγικής και σκέψης «να ξαναγίνουμε παιδιά» μπορεί να επαναδιατυπωθεί με νέους όρους και με βάση νέες εμπειρίες και θεωρίες, ανανεώνοντας έτσι τη δυναμική και τη σημασία του στο σήμερα.

Ναι, είναι στη φύση των παιδιών να απορούν, να ρωτούν, να αμφισβητούν, να φιλοσοφούν, να χλευάζουν την υποκρισία της εξουσίας, του καθωσπρεπισμού και του ηθικισμού των μεγάλων, να προσβάλλουν και να αντιστέκονται στην ευταξία (σε συνάρτηση με την αταξία και τη χαοτική αλήθεια της σύγχρονης επιστήμης) και των νόμων. Τα παιδιά δέχονται (είναι ανοικτά) το πρωτότυπο, το παράδοξο, το αδιανόητο, το απίθανο, το «ποιητικό», το φανταστικό.

Όμως «το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου».

18/6/2017

Ο δυϊσμός του Καντ και ο διχασμός στη φιλοσοφία

Ο Simon Critchley μας εφιστά την προσοχή στην αρχική προϋπόθεση-αιτία της ρήξης ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες, η οποία υποστηρίζει ότι είναι οι δύο τρόποι ανάγνωσης του καντιανού έργου. Αφορά συγκεκριμένα στην ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης του Καντ, η οποία άλλοτε επιλέγει να εστιάζει την Πρώτη Κριτική (του Καθαρού Λόγου) και άλλοτε στην Τρίτη Κριτική (Κριτική της Κριτικής Δύναμης).

Αν κάποιος εστιάζει στην Πρώτη Κριτική, τότε ασχολείται με το υπερβατολογικό σύστημα του Καντ, με ζητήματα επιστημολογίας και γνωσιολογίας, για τη σχέση εμπειρίας και νοητικών κατηγοριών-διεργασιών, με τους συμπαρομαρτούντες δυϊσμούς του:  η αντίθεση ανάμεσα σε νου και αίσθηση, λογική και εμπειρία, σε μορφή και περιεχόμενο, σε καθαρό και πρακτικό, σε φύση και ελευθερία. Σύμφωνα με το Καντ, τα εμπειρικά δεδομένα (εμπειρία), τα πράγματα, προσαρμόζονται στις έννοιες και όχι οι έννοιες στα πράγματα. Δεχόμενος την πρόκληση του Χιουμ, υποστηρίζει ότι η θέση του, η οποία απορρίπτει την εγκυρότητα των εννοιών και τη σύνδεσή τους με τα πράγματα (στο βαθμό που οι πρώτες στηρίζονται σε αμφίβολα και ασταθή αισθήματα) και έτσι  οδηγεί στον άκρατο σχετικισμό. Ο Καντ αντιστρέφει την επιχειρηματολογία του Σκωτσέζου φιλοσόφου, λέγοντας ότι οι προεμπειρικές έννοιες και οι νοητικές κατηγορίες έχουν μια συνάφεια με τα πράγματα (έτσι είναι προικισμένος ο ανθρώπινος νους) με συνέπεια οι γνώσεις μας για πράγματα να έχουν εγκυρότητα και επάρκεια, η οποία μπορεί να βελτιώνεται συνεχώς. Η «κοπερνίκεια στροφή» του Καντ, ανήκει κατ’ αυτόν στην παράδοση του ρεαλισμού. Πρόκειται λοιπόν για επιστημολογία και φιλοσοφία της επιστήμης. Αυτή η πρόσληψη του Καντ κυριάρχησε στον αγγλοαμερικανικό στοχασμό ως πρόσφατα.

Στην Τρίτη Κριτική, της Κριτικής Δύναμης, ο Καντ επιχειρεί να συνδυάσει τη διάνοια (την επιστήμη) με τον Λόγο, δηλαδή την ηθική και την ελευθερία (σοφία).  Η κριτική δύναμη συνδέει τη φύση με την ηθική και ενοποιεί έτσι τον καθαρό με τον πρακτικό λόγο, τη θεωρία με την πράξη. Αυτήν την κατεύθυνση διατήρησε έκτοτε όλη τη ηπειρωτική φιλοσοφία.

Σύμφωνα με τους επικριτές ηπειρωτικούς φιλοσόφους του Καντ, η σκέψη του στις λογικές συνέπειές της ουσιαστικά αποσαθρώνει και αμφισβητεί τα ίδια τα θεμέλια του λόγου. Εφόσον ο λόγος είναι κυρίαρχος, εφόσον αμφισβητεί και κρίνει τα πάντα, τότε οφείλει να κρίνει και τον εαυτό του, καταλήγοντας στην αμφισβήτηση των προϋποθέσεων και των πορισμάτων του. Για αυτό ακριβώς ο Χάμαν εισάγει τον όρο Μετακριτική, καταλήγοντας σε έναν αντι-Διαφωτιστικό πρόταγμα σκέψης. Ενώ ο Γιάκομπι μιλάει ανοιχτά για την καταστροφική επίδραση για τη φιλοσοφία των παραπάνω δυϊσμών του Καντ. Κατηγορεί τον Καντ για άκρατο φορμαλισμό, λόγω της πρωτοκαθεδρίας που αποδίδει στον πρακτικό λόγο, και ουσιαστικά καταργεί τον Ορθό Λόγο. Η κριτική του Χάμαν μάλιστα, προϊδεάζει τη μελλοντική γλωσσική στροφή, στο βαθμό που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί η λογική από την εμπειρία. Ειδικά στο επίπεδο της γλώσσας δεν είναι δυνατός αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ εποπτειών και εννοιών. Και προσθέτει ότι «όχι μόνο στη γλώσσα εδράζεται όλη η σκέψη και η γνώση, αλλά και η ίδια είναι η αιτία για την υφιστάμενη παρεξήγηση του Λόγου με τον εαυτό του». Κατά τον Ζόλομον Μάιμον, εξάλλου, ο δυϊσμός του Καντ είναι τόσο συνεπής και αυστηρός, ώστε αναιρείται εκ των ιδίων όρων του το υπερβατολογικό πρόγραμμα, αφού το a priori δεν μπορεί τελικά να συνδεθεί ή να επικοινωνήσει με τις αισθητές εποπτείες της εμπειρίας.

Η εν λόγω μετακριτική του λόγου οδηγεί στον σκεπτικισμό και στον σχετικισμό, στην αμφισβήτηση της ύπαρξης των πάντων, στον μηδενισμό. Αυτός ο φόβος είναι ο πυρήνας της κρίσης του Διαφωτισμού. Πάνω στο ζήτημα αυτό ο Γιακόμπι υποστηρίζει ότι ο Λόγος οδηγεί τελικά στην απόρριψη της πίστης ή της ηθικής ζωής. Έτσι προκύπτει το δίλημμα: είτε να ενστερνιστούμε τον λογικό αθεϊσμό του Διαφωτισμού είτε να τον απορρίψουμε και να προβούμε σε ένα «άλογο άλμα πίστης». Το επιχείρημα του Γιακόμπι αναπτύσσεται στην κριτική του κατά του ορθολογισμού του Φίχτε, όπου είναι μια κριτική ενάντια στον Διαφωτισμό και τον ορθολογισμό. Η μομφή που τους απευθύνει έγκειται στο ότι τελικά δεν πετυχαίνουν αυτό που υπόσχονται (μια έγκυρη γνώση που να αποδεσμεύει τον άνθρωπο από υπαρξιακά ερωτήματα και τη μεταφυσική), ούτε τη γνώση των πραγμάτων καθαυτών. Και φυσικά αρνούνται στον άνθρωπο την ενασχόληση με το θεό ή την ψυχή. Η σκέψη του Φίχτε οδηγεί σε έναν αποδυναμωμένο εγωισμό, σε έναν μηδενισμό, αφού το εγώ παρουσιάζεται ως αυτόνομο, ελεύθερο και απογυμνωμένο, χωρίς σύνδεση με την ιστορία και το περιβάλλον του, απαλλαγμένο από ηθικές δεσμεύσεις και πρακτικές αναγκαιότητες. Δηλαδή μια κατάρα για την ύπαρξη.  Προκρίνει λοιπόν έναν φιλοσοφικό δυϊσμό, όπου παράλληλα και πέρα από την επιστημονική αλήθεια υπάρχει η αλήθεια που συλλαμβάνεται μόνο από την πίστη και την ψυχή.

Πάντως, το όλο εγχείρημα του Φίχτε (με την έμφασή του στο υποκείμενο που αυτοστοχάζεται) και των υπόλοιπων ηπειρωτικών φιλοσόφων ήταν η απάντηση στα προβλήματα που δημιουργεί ο καντιανός δυϊσμός και η χάραξη μιας ενοποιητικής φιλοσοφικής σκέψης που τους αναιρεί ή τους συναιρεί, υπερβαίνοντάς τους.

Η σημαντική διάσταση ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες, αναπαρίσταται γλαφυρά στον διάλογο ανάμεσα στον Αίερ (Ayer) και στον Μπατάιγ, όπου αντιπαρατίθενται πάνω στο ζήτημα του αν ο ήλιος προϋπήρχε του ανθρώπου. Για τον πρώτο, Άγγλο αναλυτικό φιλόσοφο, είναι αλήθεια ότι ο ήλιος και τα άλλα φυσικά αντικείμενα προϋπάρχουν του ανθρώπου. Για τον Γάλλο φαινομενολόγο Μπατάιγ, όμως, ένα τέτοιο ερώτημα είναι χωρίς νόημα, στον βαθμό που δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ύπαρξη ενός αντικειμένου ξέχωρα από το υποκείμενο που το παρατηρεί.

9/6/2017

Δημήτρης Φασόλης

Ηπειρωτική και αναλυτική φιλοσοφία: ο διχασμός στο πολιτισμικό (και όχι μόνο) επίπεδο

Στο φόντο των διεθνών εξελίξεων, όπου ο αγγλοσαξονικός παράγοντας φαίνεται ότι αποστασιοποιείται από την Ευρωπαϊκή κοινή πορεία, περνώντας σε μια φάση ίσως ανταγωνισμού και αντιθετικών επιδιώξεων, αχνοφαίνεται η παλιά διαμάχη ανάμεσα στην ηπειρωτική (κεντροευρωπαϊκή) και αναλυτική (αγγλοαμερικανική) φιλοσοφία. Άραγε, έχει κάποια σχέση η διαφοροποίηση και η σύγκρουση μεταξύ των δύο φιλοσοφικών ρευμάτων με τους διχασμούς, τις διαφορετικές (ή και αντίθετες) πορείες και τις συγκρούσεις μεταξύ πολιτισμικών ρευμάτων, πολιτικών ιδεολογιών και μοντέλων οικονομικής διαχείρισης; Και αν ναι, τότε ποια;

Σύμφωνα με τον Simon Critchley* η διχοτόμηση της φιλοσοφίας σε ηπειρωτική και αναλυτική έγκειται βασικά στους διαφορετικούς στόχους και επιδιώξεις της φιλοσοφικής σκέψης, όσον αφορά στο τι είναι γνήσια γνώση, τη σημασία της σοφίας στην καθημερινή ζωή και πράξη του ανθρώπου και στην κριτική ή όχι του υπάρχοντος πολιτισμικού, ανθρωπολογικού και κοινωνικού μοντέλου. Πρόκειται για ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των εν λόγω φιλοσοφικών ρευμάτων σκέψης, αν και η βασική αιτία, όπως διατείνεται ο Critchley, συνίσταται στον επαγγελματικό ανταγωνισμό και όχι σε καθαρά φιλοσοφικά κίνητρα. Με βάση τους στόχους λοιπόν, η αναλυτική φιλοσοφία στηρίζεται σε και προωθεί παραδοχές για την επιστημονική εγκυρότητα και μέθοδο της γνώσης, με γνώμονα μια ωφελιμιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και τη σχέση του με το περιβάλλον. Στον αντίποδα, η ηπειρωτική φιλοσοφία ανέκαθεν χαρακτηριζόταν από την αναζήτηση της σοφίας και του νοήματος της ζωής, αναζητώντας τη βαθύτερη ουσία και σκοπό του ανθρώπου και της ζωής. Η δεύτερη είναι δημιούργημα του γερμανικού κυρίως ιδεαλισμού και ρομαντισμού.

Παρά τη διχοτομία, είναι σημαντικό να σκεφτούμε ότι οι απαρχές του ρήγματος ανάμεσα στις δύο κατευθύνσεις ανάγονται στη Γερμανία, συγκεκριμένα στον Καντ, λόγω των γνωστών δυϊσμών που εισήγαγε στη φιλοσοφική σκέψη και στη γνωσιοθεωρία. Αλλά και η καταγωγή της αναλυτικής φιλοσοφίας εντοπίζεται και πάλι στη Γερμανία, δηλαδή στον Φρέγκε. Υπό το πρίσμα αυτό, ύστερα από προσεκτική μελέτη, μπορούμε να διαπιστώσουμε περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές μεταξύ των δύο ρευμάτων σκέψης, ένα σημείο σύγκλισης ώστε να επιτευχθεί μια σοβαρή και φιλοσοφικά έγκυρη σύνθεση των δύο ρευμάτων.

Βασικό κριτήριο της ηπειρωτικής φιλοσοφίας είναι η σύνδεση της όποιας γνώσης με τη θεμελιακή προϋπόθεση της ζωής, της κοινωνικής πράξης, και της ιστορίας του ανθρώπου, με άλλα λόγια με το περιβάλλον του και την κοινωνικά εμβαπτισμένη γλώσσα του.Ενώ η αναλυτική φιλοσοφία στηρίζεται στην αφαιρετική και λογική ανάλυση της γλώσσας, επιδιώκοντας να την καθαρίσει από α-νόητα μεταφυσική στοιχεία (και μάλιστα, να κατασκευάσει μια νέα, καθαρά αφαιρετική και λογική γλώσσα), η ηπειρωτική φιλοσοφία ασχολείται με το κοινωνικό νόημα της γλώσσας, σε σχέση πάντα με το κοινωνικό, πολιτισμικό περιβάλλον και την πράξη. Άλλη βασική κλίση της είναι η ενασχόληση με τη μεταφυσική, το είναι και την ύπαρξη.

Και όλα αυτά, πλαισιώνονται και συνέχονται από το βασικό νόημα της φιλοσοφίας, που είναι η ριζική κριτική στο υπάρχον και η χειραφέτηση του ανθρώπου, η επικέντρωση στο υποκείμενο, ως φορέα σκέψης και δράσης, που εμβαπτίζεται στη ζωτική δύναμη της ζωής, στο ζωντανό υποκείμενο.

Η κριτική (ή κρίση) της κριτικής, ή αλλιώς η παραγωγή κρίσης είναι το πνεύμα της ηπειρωτικής φιλοσοφίας. Δηλαδή η ριζική κριτική του υπάρχοντος. Ακόμη πιο αυστηρά και επιθετικά: όπου όλα φαίνονται καλά, κανονικά, ομαλά, τότε υπάρχει βαθιά κρίση που πρέπει να την αναδείξουμε. Με άλλα λόγια δημιουργούμε κρίση, εκεί που δεν υπάρχει, με απώτερο σκοπό την πνευματική, πολιτισμική και κοινωνική  χειραφέτηση του ανθρώπου-υποκειμένου.

Η κεντροευρωπαϊκή φιλοσοφία έχει στο κέντρο της το ζήτημα της ηθικής, την αναζήτηση του αγαθού βίου, ο οποίος οδηγεί τελικά στον ευδαιμονισμό. Ο πρακτικός βίος, ως στοχαστικός βίος, αναβαθμίζεται σε πνευματικό βίο με νόημα, σε σοφία. Από αυτήν την άποψη, είναι πιο κοντά στην παράδοση της κλασικής φιλοσοφίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην αρχαιότητα, μέχρι τον διαχωρισμό της στη νεότερη ιστορία της.

Οι ίδιοι οι Βρετανοί χρησιμοποιούν απαξιωτικά τη λέξη «ήπειρος», ενώ νιώθουν ότι δεν ανήκουν πραγματικά στην Ευρώπη. Από την άλλη, οι Γερμανοί έρχονται σε ρήξη με τη ρηχή και επιφανειακή αγγλοσαξονική σκέψη και άρα με την κύρια ιστορική και πολιτισμική-πνευματική γραμμή-πορεία της διαφωτιστικής επανάστασης.

Η αναλυτική-αγγλοσαξονική φιλοσοφία αφήνει στην άκρη τα παλιά φιλοσοφικά ζητήματα, ως μεταφυσικά ή α-νόητα, και επικεντρώνεται στην επιστήμη και στη γνώση μέσω απόδειξης. Καταλήγει έτσι να είναι επιστημολογία και γνωσιοθεωρία. Κατά συνέπεια, δεν ασχολείται με το πρόβλημα του νοήματος της ζωής, παρά μόνο με ό,τι αποδεικνύεται είτε λογικά είτε επαληθεύεται εμπειρικά. Με τη σειρά της, η ηπειρωτική φιλοσοφία ασχολείται με τη γνώση και τη γλώσσα, αλλά τις θεωρεί δευτερεύουσας σημασίας, και ότι πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο της κοινωνικής και ηθικής ζωής του ανθρώπου, στοχεύοντας δηλαδή στη σοφία.

Υποστηρίζεται μάλιστα ότι η επιστημοκρατία-επιστημονισμός κάνει τον άνθρωπο κτήνος, χρησιμοθηρικό, χωρίς ηθική και νόημα. Αλλά και το άλλο άκρο, η μεταφυσική και ο ιδεαλισμός μπορεί να φτάσουν στον σκοταδισμό-παραλογισμό. Δύο άκρα που δεν τα θέλουμε σε έναν γνήσιο πολιτισμό, που να δημιουργεί και να πράττει με σοφία.

Η επιστροφή στην παράδοση, είναι μια στοχαστική σύλληψη της κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Η επαναφορά της παράδοσης, όχι ως μουσείου και ως συντήρηση, αλλά η εμβάθυνση, η έρευνα στις ρίζες, ώστε να βγει στο φως εκείνο το χαρακτηριστικό ή τα χαρακτηριστικά που έμεναν αφανή, άγνωστα ή είχαν παραμεριστεί, τα οποία δίνουν νέο νόημα στη ζωή, δημιουργούν κρίση στο υπάρχον και χειραφετούν τον άνθρωπο.

Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ σοφίας και γνώσης, το οποίο δεν καλύπτεται από την αναλυτική φιλοσοφία και την επιστήμη. Υπερβαίνει δηλαδή τις καθαρά ή αποκλειστικά αιτιώδεις σχέσεις, και την εμπειρική έρευνα. Η επιστήμη από μόνη της δεν προσδίδει νόημα στη ζωή. Η σοφία και το νόημα της ζωής είναι κάτι υπέρτερο και ευρύτερο, ίσως είναι το νόημα του όλου σε σχέση με το μερικό. Το χάσμα μεταξύ των δύο καταστάσεων δεν καλύπτεται από την εξηγητική μέθοδο της επιστήμης, καμιά θεωρία όσο πληρέστερη κι αν είναι δεν μπορεί να το λύσει αυτό το πρόβλημα. Στις δυτικές κοινωνίες αυτό το πρόβλημα γίνεται υπαρξιακό-πολιτισμικό, αφού η πολυτέλεια και η άνεση φαίνεται να το διογκώνουν, αντί να το αμβλύνουν, δημιουργώντας ένα υπαρξιακό και συνειδησιακό κενό.

Το ζήτημα είναι όχι τόσο εξηγητικό, όσο μάλλον αισθητικό. Το αίσθημα του χάσματος βιώνεται από τα υποκείμενα με τραγικό τρόπο, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, της τεχνολογικής εξέλιξης και της πολυτέλειας,  όπου καθίσταται αβυσσαλέο.

Η απομάγευση-απομυθοποίηση του κόσμου που επέφερε ο Διαφωτισμός, πέρα από τα θετικά, επέτεινε αυτό το χάσμα και το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου. Ήδη ο Ντεκάρτ μιλά για την απουσία τελεολογίας στο σύμπαν, το οποίο είναι ψυχρό, απογυμνωμένο από νόημα ή ανθρώπινο σκοπό, μηχανικό και μηχανιστικό, στηρίζεται απλά και μόνο στους άτεγκτους φυσικούς νόμους. Μια εικόνα του κόσμου και του σύμπαντος που λόγω της σκοτεινής και ψυχρής φύσης του, προκαλούσε τρόμο στον Πασκάλ, αλλά και στον καθένα που ενδιαφέρεται για το ζήτημα της σοφίας.

Η ηπειρωτική φιλοσοφία βρίσκεται πιο κοντά στην ουσία και στην λεπτομέρεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο δράμα/τραγωδία της ζωής, στον πόνο, στην αγωνία, στις ελπίδες, τις ανησυχίες, στα βάσανα και στις μικρές χαρές ή πόνους που δοκιμάζει καθημερινά η ανθρώπινη ύπαρξη.

Βέβαια, υπάρχουν στιγμές στην αναλυτική φιλοσοφία όπου τίθενται ανάλογα προβλήματα και ενδιαφέροντα, όπως επίσης προσωπικότητες που με το παράδειγμά τους ενοποιούν τον τρόπο ζωής με τις ιδέες τους, με το φιλοσοφείν. Χαρακτηριστική φιγούρα εδώ ο Βιτγκενστάιν, όπου η ζωή του ήταν μια ενότητα ηθικής και υπαρξιακής αναζήτησης με τη λογική και επιστημονική γνώση. Συνεπώς η διάκριση μεταξύ γνώσης και σοφίας δεν είναι επαρκές κριτήριο για τις δύο έννοιες, την αναλυτική και ηπειρωτική φιλοσοφία.

Μια προσέγγιση για το χάσμα ανάμεσα στις δυο φιλοσοφίες, είναι το έργο του Φρέγκε, για την αναλυτική, και το έργο του Χούσερλ, για την ηπειρωτική, με την παράδοση που δημιούργησε ο καθένας: Βιτγκενστάιν, Σχολή της Βιέννης, Λογικός Θετικισμός, αγγλοαμερικανική φιλοσοφία της γλώσσας – ο πρώτος – , Χάιντεγκερ, Υπαρξισμός και Αποδόμηση – ο δεύτερος. Ωστόσο, Φρέγκε και Χούσερλ συνδιαλέγονταν. Μάλιστα ο πρώτος κατάφερε να μεταστρέψει την άποψη του δεύτερου, για το ότι η λογική μπορεί να αναχθεί στην ψυχολογία. Παραδέχτηκε δηλαδή ότι αυτό δεν είναι δυνατόν.

Παρά το σημερινό χάσμα μεταξύ των δύο φιλοσοφικών κατευθύνσεων, αν αναχθούμε πίσω, την εποχή που ο Φρέγκε εισάγει την αναλυτική φιλοσοφία, θα διαπιστώσουμε ότι παρά τις όποιες διαφορές του με τον Χούσερλ, εντούτοις κρατούν ζωντανό τον διάλογο μεταξύ τους. Μάλιστα τους ενώνουν δύο βασικά στοιχεία, δυο κοινοί εχθροί, και ο κοινός στόχος να τους καταστρέψουν: ο ένας είναι ο σχετικισμός, ο υποκειμενισμός και ο άλλος ο ψυχολογισμός, ότι δηλαδή η λογική μπορεί να αναχθεί στην εμπειρία και στην ψυχολογία.  Αυτή η κοινή κατεύθυνση οφείλεται σε ακόμη μια κοινή αφετηρία της δύο φιλοσοφιών, αναλυτικής και ηπειρωτικής,  στην ίδια και πάλι γεωγραφική θέση, την κεντρική Ευρώπη. Συγκεκριμένα, σε δύο φιλοσόφους της εποχής, τον Μπέρναρντ Μπολτζάνο (Πράγα) και τον Φραντς Μπρεντάνο (Βιέννη). Από τον πρώτο υιοθέτησαν την άποψη ότι οι έννοιες (σκέψεις) δεν είναι υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά έχουν αντικειμενική υπόσταση και επομένως μπορούν να αναλυθούν. Από τον δεύτερο δανείστηκαν την έννοια της αποβλεπτικότητας, σύμφωνα με την οποία κάθε σκέψη κατευθύνεται σε κάποιο αντικείμενο και δεν είναι απομονωμένη σε κάποιο κλειστό ιδιωτικό χώρο της υποκειμενικής συνείδησης. Αυτά τα δύο στοιχείο συντέλεσαν σε μια στάση και θεωρητική κατεύθυνση αντίθετη στον υποκειμενισμό, στον σχετικισμό και στον ψυχολογισμό, μια άποψη που αναπτύχθηκε στη Γερμανία, στις αρχές του 19ου αιώνα και πρέσβευε ότι τα λογικά και φιλοσοφικά προβλήματα ανάγονται σε ψυχολογικούς μηχανισμούς. Επομένως η κριτική του ψυχολογισμού και η κατηγορηματικά άρνηση οποιασδήποτε σύνδεσης της φιλοσοφίας με την εμπειρική επιστήμη, συνιστούν τον κοινό τόπο για τη φιλοσοφία της γλώσσας του Φρέγκε και τη φαινομενολογία του Χούσερλ.

  • Simon Critchley (2006), Ηπειρωτική φιλοσοφία: όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμμα/Το Βήμα

1/6/2017

Δημήτρης Φασόλης

Η κοινωνικο-πολιτική εμπειρία της Ελλάδας στην μεταπολιτευτική περίοδο ως προαπαιτούμενο της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης σήμερα.

Στην ιστορική περίοδο που καλείται «Μεταπολίτευση» στην Ελλάδα, εντάσσονται χρονικοί κύκλοι που, με εφαλτήριο την επάνοδο στη δημοκρατία το 1974, φθάνουν θεωρητικά έως και τις μέρες μας, διανύοντας σαράντα τρία  έτη συχνά έντονων διαφορών ως προς τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές επιδιώξεις, τόσο των ηγετών /πολιτικών πρωταγωνιστών όσο και των πολιτών. Κυρίαρχο ζητούμενο της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου –  στην επιτυχή έκβαση  του οποίου συνέβαλε και η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ–  υπήρξε η αποκατάσταση και εύρυθμη λειτουργία  της δημοκρατίας και των θεσμών της, και η κατάργηση των ιδεολογικής βάσης διακρίσεων μεταξύ των πολιτών. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η  προσπάθεια στράφηκε στην αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών του παρελθόντος, τον περιορισμό των ανισοτήτων, στην οικονομική  ενίσχυση αμοιβών και συντάξεων καθώς και την κοινωνική πολιτική, στόχοι που επίσης υποστηρίχθηκαν από ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία χορηγήθηκαν στη χώρα προκειμένου την ανάπτυξη ανταγωνιστικής αγοράς φιλελεύθερου προσανατολισμού. Η οικονομική ευμάρεια και η επίτευξη «υψηλών ρυθμών ανάπτυξης», της δεκαετίας του ’90,  οδήγησε εντέλει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, στην αναβάθμιση της χώρας στον παγκόσμιο οικονομικό χώρο μέσω της ένταξής της στην ΟΝΕ, ενώ σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά την επίτευξη αυτού του στόχου, ταλανίζεται από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. (Παναγιωτοπούλου Ρ. 2008: 249-250, 252-253, Αλεξάκης 2008: 107, 110-111)

Ωστόσο η «Μεταπολίτευση» ως  ένα ιστορικό- θεωρητικό και οικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου διαμορφώθηκαν όροι, αξίες και τάσεις  που σμίλευσαν την κοινωνική και πολιτική εμπειρία των Ελλήνων, αποτελεί πεδίο έρευνας των κοινωνικών επιστημόνων. Εστιάζοντας τόσο σε πολιτισμικές/ ιστορικές όσο και κοινωνικοπολιτικές συνιστώσες,  κοινή παραδοχή των ερευνών αποτελεί  η αυξημένη δυσπιστία, ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πολιτικής κουλτούρας των Ελλήνων  πολιτών,  η οποία, και σε συνδυασμό με την από καταβολής ελληνικού κράτους ασάφεια στη σχέση συλλογικού – ατομικού, αιτιολογεί την προώθηση ατομικών αιτημάτων, ακόμη και ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, που βιώνεται ως προσωπικό. Επιπλέον, η απουσία «κοινωνικού συμβολαίου», προκειμένου τη συναίνεση του συλλογικού στη δημιουργία και αποδοχή ρυθμιστικών κανόνων, υπήρξε τροφός του κατακερματισμού της ιδιότητας του πολίτη, των free riders εγωκεντρικών συμπεριφορών, αλλά και των πελατειακών σχέσεων και της οικογενειοκρατίας που προώθησαν τα πολιτικά κόμματα, ταυτόχρονα με τον εξαναγκαστικό εκσυγχρονισμό βάσει ευρωπαϊκού κεκτημένου. Έτσι, τον  κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο υφαίνεται  η κοινωνική και πολιτική εμπειρία αυτής της περιόδου, φαίνεται πως δομούν δύο αντίθετες τάσεις  μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού: Η ακινησία που επιβάλει ο χώρος μεταξύ των δύο τάσεων, λειτούργησε εξαρχής αποτρεπτικά, ως προς τη  δημιουργία και εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής, ενώ  υποθάλπει σταθερά  παθογένειες, που βάλλουν εντέλει πρωτίστως σε ηθικό/ κοινωνικό αλλά και σε  πολιτικό, και οικονομικό επίπεδο, την ελληνική κοινωνία.( Τσουκαλάς 2008: 224, 227-228 Αλεξάκης 2008:91-93, 116-117)

 

 

Μετεωρισμός, Ανορθολογικότητα και Ξέγνοιαστοι Καβαλάρηδες στη Χώρα των Θαυμάτων: Η πολιτική και κοινωνική μεταπολιτευτική εμπειρία…

 

Η παράδοση της εξουσίας από την ηγεσία των συνταγματαρχών στους πολιτικούς το 1974,  σήμανε αφενός την έναρξη μιας οριστικής  μετάβασης σε ένα εκσυγχρονισμένο δημοκρατικό σύστημα, αφετέρου τόνισε το πενιχρό κεφάλαιο της ελληνικής κοινωνίας: Απουσία συμμετοχικότητας, κοινωνικών ζυμώσεων, ρήξης και γενικού ξεσηκωμού, η δημοκρατία, όπως και το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» ως σύμφωνο κανόνων και δικαιωμάτων, παραδόθηκαν στην αμέτοχη σε αυτά ελληνική κοινωνία. Έτσι,  η πολιτική κουλτούρα της, που καλλιεργήθηκε μεταπολεμικά από την αστυνομευόμενη δημοκρατία, τον κρατικό αυταρχισμό και τον παρακρατικό μηχανισμό του,  στη ρητορική  του διχασμού, του αντικομουνισμού,  των πολιτικών ελίτ, της οικογενειοκρατίας  και των πελατειακών   σχέσεων μεταξύ πάτρωνα πολιτικού και πελάτη ψηφοφόρου, απουσία ανατροπών, πέρασε στη μεταβατική περίοδο.      Η μεταπολιτευτική δημοκρατία επέτρεψε το άνοιγμα του συστήματος, στέρησε την πολιτική εξουσία από τον στρατό περιορίζοντάς τον στα καθήκοντά του, νομιμοποίησε θεσμικά το ΚΚΕ διατηρώντας ωστόσο ρητορική κινδύνου ως προς τη σχέση του κομουνισμού και της δημοκρατίας, ενώ μέσω δημοψηφίσματος κατάφερε την αποπομπή και κατάργηση της μοναρχίας, σημαίνοντας και τη λήξη της σχέσης μεταξύ αυτής και της ελληνικής Δεξιάς. Ωστόσο,  αντιμέτωπα με την πρόκληση  της διαμόρφωσης σύγχρονου πολιτικού συστήματος απρόσωπων μηχανισμών, προς αντικατάσταση των παλαιοκομματικών πελατειακών δικτύων, τα κόμματα εξουσίας, επιχειρώντας άνοιγμα υπέρ της δημιουργίας διευρυμένης λαϊκής βάσης, εκμεταλλεύτηκαν και αναβάθμισαν την κληροδοτημένη  πολιτική κουλτούρα του πάτρωνα πολιτικού και των πελατειακών σχέσεων.         Η πολιτική και κοινωνική εμπειρία της μεταπολίτευσης διαμορφώνεται στη βάση αυτής της κουλτούρας, που στα νέα δεδομένα, συναρτά την  κυριαρχική θέση του πρωθυπουργού, της κομματικής λογικής, και την αδιαμεσολάβητη επικοινωνία κορυφής- βάσης, μετασχηματίζοντας την δημοκρατία σε «πρωθυπουργική», τον κομματικό μηχανισμό σε κυρίαρχο πάτρωνα, την οριζόντια διεύρυνση της κομματικής βάσης σε κάθετη σχέση ψηφοθηρικής εξάρτησης, ενώ προβάλλει  ως κυρίαρχο αίτημα την κοινωνική κινητικότητα μέσω της ατομικής εξασφάλισης που προσφέρει μια θέση στο δημόσιο. (Αλεξάκης 2008: 102-105,110-111, 120-122,)

Το αίτημα των Ελλήνων προς ατομική/οικογενειακή ανέλιξη ακόμη και ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, συμπυκνώνει η ανορθολογική διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης κατά το σχηματισμό του μεσαίου χώρου: Η οικονομική ενίσχυση που συνόδευσε την είσοδο της χώρας στις Ε.Κ, αναλώθηκε σε επιλεκτικές χρηματικές επιχορηγήσεις με κομματικά κριτήρια, που υποστήριξαν, μακράν από τον φιλελεύθερο ανταγωνισμό της ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς, τον άναρχο σχεδιασμό μιας ανίσχυρης, αντιπαραγωγικής, κατακερματισμένης αγοράς, καιροσκοπικών επιχειρήσεων.( Παναγιωτοπούλου 251-254, Αλεξάκης 2014:53) Παράλληλα, η μεγέθυνση του Κρατικού μηχανισμού, μέσω υπεράριθμης στελέχωσης των μη παραγωγικών διοικητικών υπηρεσιών του, από ψηφοφόρους/ πελάτες, λειτουργώντας επιλεκτικά προκειμένου τη μεταβίβαση προσόδων σε μερίδες του πληθυσμού, επέτρεψε αφενός την εργαλειακή χρήση του μηχανισμού  από τις εναλλασσόμενες κυβερνήσεις, καθιστώντας τον παράλληλα δυσκίνητο και αναξιόπιστο, ικανό ωστόσο να διεισδύει σε κάθε σφαίρα της δημόσιας ζωής.( Τσουκαλάς, ο.π: 243)Αφετέρου, ως προοπτική ανέλιξης, η «θέση στο δημόσιο», μαζικοποίησε την επιθυμία για εκπαίδευση. Παραγκωνίζοντας ωστόσο  τις γνωσιακές πτυχές αυτής, η ζήτηση περιορίστηκε στην κατάρτιση και απόκτηση προσόντων. Σε μια κοινωνία θεμελιωμένη σε οικογενειακές μορφές συλλογικότητας, στη βάση της οποίας το ατομικό εγώ παρέμενε προσκολλημένο στο κοινοτικό/οικογενειακό «εμείς», η επένδυση σε σπουδές, αφορά εντέλει στην στοχοθετημένη επαγγελματοποίηση  των μελών της οικογένειας, υπέρ  της ανέλιξης και οικονομικής της εξασφάλισης.(Τσουκαλάς ο.π: 240-242) Υπό αυτό το πρίσμα, η φοιτητική ζωή, τόσο ως προάγγελος  της βολικής δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας, όσο και ως δικαίωμα των μελών, υποστηρίχθηκε οικονομικά από την οικογένεια – μια συναλλαγή ενδεικτική και της απόκλισης που μπορεί να υπάρχει μεταξύ δηλωμένων και μη οικογενειακών εισοδημάτων – ενώ επέτρεψε και εντός Πανεπιστημίου, την  υιοθέτηση και συντήρηση εργαλειακής συμπεριφοράς απέναντι σε κανόνες, θεσμούς και εξωτερικούς ελέγχους, προάγοντας τη free rider  νοοτροπία. (Τσουκαλάς,ο.π: 243-246)

Με πυλώνα τη δημόσια απασχόληση σε συνδυασμό με την αυτοαπασχόληση, την αδιαφάνεια, και τις άτυπες μεταφορές εισοδήματος, η ελληνική οικογένεια, όχι μόνο διατήρησε και μεταπολιτευτικά τη συμμετοχή της σε προνοιακές, κοινωνικές και οιονεί επιχειρησιακές λειτουργίες, υπέρ της συντήρησης και ευημερίας των μελών της, αλλά κατάφερε και την περαιτέρω ισχυροποίηση οικογενειοκεντρικών αξιών εσωτερικής αλληλεγγύης, προκειμένου την αντίσταση σε κανονιστικούς κώδικες Δυτικού τύπου: Καλλιέργησε και συντήρησε  ένα εργασιακό ήθος ενάντια σε κάθε πειθαρχικό έλεγχο, ενάντια σε κάθε προοπτική  ενσωμάτωσης λογοδοτικών μηχανισμών, ή την απώλεια των ατομικών κεκτημένων υπέρ του συλλογικού συμφέροντος. (Παναγιωτοπούλου, οπ: 249-250, 256-259, Τσουκαλάς, οπ:227,237, 241-242 ) Έτσι, η οικονομική ανάπτυξη, το ελληνικό θαύμα και η σταθεροποίηση που επέφερε ο εκδημοκρατισμός, η διεύρυνση και ο εκσυγχρονισμός της κρατικής λειτουργίας, υπήρξαν μόνο τύποις: Η πελατειακή θεμελίωση της δημόσιας συναίνεσης, ευνόησε τη δημιουργία μιας αμφίδρομης σχέσης απαξίωσης, αυταρχισμού και χειραγώγησης: Οι πολιτικοί χειραγωγούν  το λαό, υποχωρώντας ωστόσο στις πιέσεις του. Σε αυτόν το μετεωρισμό, μεταξύ απαξίωσης και ανάγκης, κρατολατρείας και κρατοφοβίας, εντός του οποίου η κοινωνική συνοχή αφορά στην ευκαιριακή, βάσει ατομικών συμφερόντων – και απουσία ηθικών δεσμεύσεων υπέρ του συλλογικού –, συσπείρωση κοινωνικών ομάδων,  παγιδεύτηκε η ελληνική κοινωνία των πολιτών: Οι δημοκρατικά θεσμοθετημένοι κανόνες για την ενεργό συμμετοχή στην πολιτική, και υπέρ της ρύθμισης της  κοινωνικής λειτουργίας, ως εκ των άνω εκσυγχρονισμός, προσέκρουσαν στη διαιώνιση της  ασάφειας μεταξύ συλλογικού και ατομικού, και δεν κατάφεραν το διαχωρισμό ιδιωτικών και δημόσιου πεδίου οικονομικής και πολιτικής δράσης, και τη διακριτή παγίωση κοινωνικών στρωμάτων. Επιπλέον, η απουσία κρατικών δομών ηθικής και πολιτικής δέσμευσης, έθρεψε την κοινωνική ανευθυνότητα και την ανομία, υποστηρίζοντας την ευκαιριακή, πειρατική αγορά, των free riders ανταγωνιστών. (Παναγιωτοπούλου,2008: 249-250, Παναγιωτοπούλου 2013: 174 Αλεξάκης 2008: 92-95,118, Αλεξάκης 2014:50-52 Τσουκαλάς 2008: 226-228, 235)

 

Kοινωνική και πολιτική κρίση σήμερα:

 

Απουσία ενσωμάτωσης πειθαρχικών κανόνων ελέγχου και κοινωνικοπολιτικής συνοχής, βάσει ενός καθολικά αποδεκτού «κοινωνικού συμβολαίου», η διευρυμένη συνύπαρξη εκσυγχρονισμού και αντίδρασης/ συντήρησης, άτυπου και τυπικού, θεσμικού και έξω θεσμικού, εντέλει ορθολογικού και ανορθολογικού,  είναι που δομούν και αναπαράγουν, στη βάση της καχυποψίας,αφενός τον εκφυλισμό της συλλογικής οντότητας Κράτος, σε πηγή προσόδων, προνομιών και ασφάλειας, καθώς και αναίτιων αξιώσεων για υπακοή, τάξη και νόμους, αφετέρου,  το μεταπολιτευτικό κοινωνικό στερεότυπο του άναρχου ατομικισμού, που θεωρεί την ελευθερία συνώνυμο της ανευθυνότητας έναντι του συνόλου, την υπακοή και εμπιστοσύνη άξιες χλευασμού, και την κοινωνία πηγή άντλησης ατομικού συμφέροντος. (Τσουκαλάς 2008: 226-228,231-232,244).  Χαρτογραφείται έτσι, βάσει της κοινωνικής και πολιτικής εμπειρίας της μεταπολιτευτικής περιόδου, ο ακίνητος χώρος που σήμερα καταρρέει από την κοινωνικοπολιτική και οικονομική κρίση, και εντός του οποίου μορφοποιείται στις μέρες μας το κοινωνικό κεφάλαιο,

Καθώς η πολιτικοποίηση της πρώτης αυτής περιόδου, προκλήθηκε/ νομιμοποιήθηκε από τους κομματικούς μηχανισμούς, προκειμένου την  προώθηση και ικανοποίηση ατομικών συμφερόντων, δεν επένδυσε σε διεύρυνση της συλλογικότητας, θεσμούς και αξίες, ενώ αντιμετώπισε τον πολιτικό λόγο, όπως και κάθε άλλη κοινωνική πρακτική, χωρίς καμία βαρύτητα. Απαξίωσε δε την έννοια του πολιτικού υποκειμένου, υπέρ του εθνικού, προάγοντας μια φαντασία που εντόπιζε την ουσία του ελληνισμού στην αυθεντική, ιδιόμορφη, πρωτότυπη και άναρχη προσωπικότητά του. (Τσουκαλάς, 2008: 228) Επιπλέον, υποστηρίζοντας ατομοκεντρικές αξίες που περιορίζουν την υποχρέωση αλληλεγγύης στο οικογενειακό περιβάλλον, και εξαρτούν  τις κοινωνικές διεκδικήσεις στην πολιτική πρόσβαση/ ισχύ των ομάδων, η φτωχή Ελλάδα, καταφέρνει για σχεδόν τριάντα χρόνια μία πλασματική, (θαυμαστή) άνοδο του βιοτικού επιπέδου, επενδύοντας σε, (και αναπαράγοντας)  μη παραγωγικές παραδοσιακές μορφές και σχέσεις εργασίας. (Παναγιωτοπούλου 2008:262-263 Αλεξάκης 2008: 121) Αντίστοιχα, η πολιτική εξουσία, ενισχύοντας τις μέσω πελατειακών/ ψηφοθηρικών σχέσεων, παρασιτικές οικονομικές δραστηριότητες, δημιούργησε  τεράστια οικονομικά αλλά και κοινωνικοπολιτικά, ηθικά ελλείμματα: Αύξηση της αναξιοκρατίας, διχασμός και έλλειψη εμπιστοσύνης, φτάνοντας στο σήμερα, δυσχεραίνουν τη συγκρότηση νέων συλλογικοτήτων και την επέκταση του κοινωνικού κεφαλαίου, σε δράσεις υπέρ του συλλογικού συμφέροντος.(Παναγιωτοπούλου 2013: 172-175)

Έτσι, όταν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η διαφθορά φανέρωσε τις αδυναμίες της διακυβέρνησης, και η μη αναστρέψιμη πορεία του εκσυγχρονισμού έθεσε υπό αμφισβήτηση τα ελληνικά κεκτημένα, η στοχοποίηση του πολιτικού μηχανισμού από τους δυσαρεστημένους πελάτες/ πολίτες, και η αναποτελεσματικότητα  των μηχανισμών πίεσης (απεργίες, συλλαλητήρια, καταλήψεις)  λόγω κατάχρησης αυτών, ώθησαν στη διάχυση του πολιτικού κυνισμού, την απαξίωση κομμάτων και πολιτικού λόγου, έως την από- πολιτικοποίηση και εκλογική αποχή του κοινωνικού σώματος.   Ο περιορισμός των ατομικών στρατηγικών δράσης, η αδημονία για μια θέση σε ένα σύστημα μηδενικής ανάπτυξης, και η ματαίωση της προσδοκίας για ανέλιξη,  σε συνάρτηση με την παγκόσμια κρίση και το μετασχηματισμό της Ελλάδας σε χώρα υποδοχής μεταναστών, ανέδειξαν εκ νέου την ένταση μεταξύ των δύο κυρίαρχων πολιτισμικών παραδόσεων: Αγανάκτηση και δυσπιστία ενίσχυσαν την εσωστρέφεια και τις ξενοφοβικές τάσεις ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ενεργοποιώντας  παράλληλα σε άλλες συλλογικά αντανακλαστικά, που προώθησαν και προωθούν εκσυγχρονιστικά αιτήματα. Ωστόσο, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, και υπό το βάρος εξαντλητικών μέτρων λιτότητας, κάτω από τον κοινό μανδύα του αντι μνημονιακού λόγου, συσπειρώθηκαν οι αποκλίνουσες προτεραιότητες ατόμων και των δύο ομάδων, αντιστεκόμενες οι μεν υπέρ των κεκτημένων τους, οι δε κατά της σκληρότητας ορισμένων εκσυγχρονιστικών μεθόδων. Τέτοιες συσπειρώσεις, φανέρωσαν (και συνεχίζουν να αποδεικνύουν), την αδυναμία της κοινωνίας των πολιτών να προβεί σε ουσιαστικά συγκλίνουσες δράσεις διάτρησης της επιφάνειας, έως την ανάδυση της σαθρής, βαθιάς δομής της πολιτισμικής και πολιτικής ελληνικής κουλτούρας. (Σωτηρόπουλος 2014: 17-20, Αλεξάκης 2008:116-118, Τσουκαλάς, 2008: 247).

 

 

Συμπεράσματα:

 

 

Η συγκρότηση ενός φορμαλιστικού πολιτικού συστήματος διαρκώς διογκούμενου κρατισμού, μέσω του οποίου πολίτες /πελάτες και κομματικοί μηχανισμοί, θυσίασαν το συλλογικό στο βωμό του ατομικού, ενσωμάτωσε  τις ιδέες και τα οράματα που κατέκλυσαν το πολιτικό σκηνικό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου. Αιτιολογώντας έτσι την ύπαρξη πολιτικού ενδιαφέροντος όχι με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον αλλά στη βάση  ατομοκεντρικών αιτημάτων, και χειραγωγώντας την  κοινωνία των πολιτών, μετέφερε το ρόλο αυτής από τη χαλιναγώγηση των κρατικών παρεμβάσεων, στον εκ των κάτω και μέσω λαϊκών πιέσεων αυταρχισμό. Η ευκαιριακή, επιλεκτική σύμπραξη κοινωνικών ομάδων, προκειμένου οικονομικές και κοινωνικές απολαβές,  φανέρωσε όχι μόνο την αδυναμία δόμησης κεντρικού συστήματος αξιών, τάσεων και αντιλήψεων, προκειμένου τη συνάθροιση   ατομικού- συλλογικού, αλλά και τον περιορισμό του ορθολογικού σχεδιασμού από τη νομιμοποίηση των εξω θεσμικών, υπόγειων δράσεων απόκτησης εξουσίας. Στοιχεία που εντέλει αντιστρατεύονται τόσο τη διαμόρφωση κοινωνικής συνοχής, όσο και τη δημιουργία  πλαισίου μιας ανοικτής δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας που να ευνοεί τη συμμετοχή, καθιστώντας διακριτές τις κοινωνικές τάξεις και οριοθετώντας τη σχέση δημόσιου και ατομικού.

Η αναξιοκρατία και ο καιροσκοπισμός, δόμησαν τη μεταπολιτευτική κοινωνικοπολιτική εμπειρία, η ταλάντευση της οποίας μεταξύ παραδοσιακών και εκσυγχρονισμένων στάσεων και αντιλήψεων, ακινητοποίησε τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της πολιτικής ηγεσίας μεταξύ τύπου και ουσίας, βάλλοντας παράλληλα τον πολιτικό λόγο που κατέστη «ξύλινος», και εντείνοντας τη δυσπιστία εντός κοινωνίας αλλά και απέναντι στους θεσμούς.  Ο ιδεολογικός προσανατολισμός της κοινωνικής ανόδου, απουσία εσωτερικευμένων μεθόδων αυτοελέγχου, και σε συνάρτηση με την κραταιά οικογενειακή αλληλεγγύη, συνταύτισαν το δημόσιο πεδίο οικονομικής και πολιτικής δράσης με το ατομικό συμφέρον, υποστηρίζοντας και αναπαράγοντας τον κενό,  αυταρχικό, και άνομο free rider συμπεριφορισμό εντός αγοράς. Επιπλέον, η συναρμογή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την εξουσία και την κοινωνική κινητικότητα, προέκρινε  την  εργαλειακή λειτουργία της παιδείας, υποβιβάζοντας  τη γνωσιακή, ενώ η περί έθνους και ελληνικότητας/ γνησιότητας ρητορική, φωτίζοντας μια ιστορική πορεία αντίστασης σε δυτικού τύπου δομές, σκίασε την έννοια του πολίτη αλλά και την καθολικότητα εννοιών όπως το δίκαιο, η ισότητα και η αλληλεγγύη.

Χωρίς να καταφέρει τη ρήξη, και εν τω μέσω αντιφάσεων, η μεταπολίτευση επιδοτεί με ευρωπαϊκά κονδύλια το θαύμα της μεγέθυνσης χωρίς ανάπτυξη, η οποία, φτάνοντας στα όρια της αποδοτικότητάς  της, εκδηλώνει κυρίως αντιδραστικές, τιμωρητικές ή εσωστρεφείς συμπεριφορές (απεργίες, εκλογική αποχή, άνοδος του εθνικισμού) και λιγότερο αυτοκριτικές πρακτικές, που όμως πλέον όλο και πληθαίνουν. Έτσι, Η οικονομική κρίση που μοιάζει να κατέλαβε εξαπίνης τα ελληνικά νοικοκυριά, είναι πρωτίστως πολιτικοκοινωνική/ ηθική : Εδράζει στις αυξημένες υποχρεώσεις του Κράτους απέναντι στο πελατειακό σύστημα με το οποίο ταυτιζόταν, καθώς και στην αντανάκλαση αυτής της ψηφοθηρικής συναλλαγής, που φαίνεται αφενός στην γενικευμένη δυσπιστία η οποία χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, αφετέρου στις επιλογές αυτής για πρότυπα και τρόπους του βίου, που όμως μόνο πλασματικά μπορούσε να χρηματοδοτήσει. Υπό αυτή την οπτική, ανακεφαλαιώνει την πολιτική και κοινωνική εμπειρία, κληρονομιά  και νοοτροπία της μεταπολίτευσης, η οποία, καθιστώντας αντιφατική τη σχέση μεταξύ κοινωνικών/ ατομικών δράσεων και επιδιώξεων, κατάφερε την ανεπάρκεια των μέσων διατήρησης των βιοτικών κανονικοτήτων, και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης σε βασικούς πολιτικούς θεσμούς. (Κονιόρδος 2014: 71-72, 84). Ενταγμένες σε αυτό το πλαίσιο, οι «κινήσεις» πολιτών σήμερα, ως αυθόρμητες ομαδοποιήσεις, θεμελιωμένες όμως στην παραδοσιακή λογική της αντίδρασης, του εφήμερου και κοντόφθαλμου σχεδιασμού, εμφανίζονται και χάνονται, αποπροσανατολίζοντας και αφήνοντας τελικά αδιατύπωτο το κυρίαρχο αίτημα, που δεν μπορεί να είναι άλλο από την αφύπνιση της υπνώτουσας κοινωνικής συνείδησης.

 

Άννα Γκίκα

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Αλεξάκης Μ. (2008), «Καθένας για το Εαυτό του και Όλοι Εναντίων Όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα», στο Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ), «Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας», Πάτρα, ΕΑΠ 2008.
  • Κονιόρδος Σ. (2014), «Οικονομική κρίση και κοινωνική κρίση εμπιστοσύνης», στο Σ. Ζαμπαρλούκου και Μ. Κούση (επιμ). «Κοινωνικές Όψεις της Κρίσης στην Ελλάδα» Αθήνα, Πεδίο
  • Παναγιωτοπούλου Ρ. (2008), «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος» στο Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ), «Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας», Πάτρα, ΕΑΠ 2008.
  • Παναγιωτοπούλου Ρ. (2013), «Κοινωνική Συνοχή στην εποχή της Οικονομικής Κρίσης», Κοινωνιολογική Επιθεώρηση, τευχ. 1
  • Σωτηρόπουλος Δ.Α. (2014), «Το Διπρόσωπο Κεφάλι του Ιανού: Η Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα πριν και μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τευχ. 42
  • Τσουκαλάς Κ.(2008), «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα» στο  Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ), «Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας», Πάτρα, ΕΑΠ 2008.

 

 

23/5/2017

Η πολιτικοποίηση του πολιτισμού: εθνικισμός, αντιαποικιοκρατία, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα

Οι πολιτισμοί, όπως το αναλύει πολύ παραστατικά και εμπεριστατωμένα ο Κλοντ Λέβι-Στρως, ανέκαθεν αλληλοεπηρέζονταν. Κανένας πολιτισμός δεν προκύπτει από παρθενογέννηση. Αντίθετα, ενσωματώνει στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, τα επεξεργάζεται μέσα στον χρόνο και τα μετουσιώνει ή τα εντάσσει στην παράδοσή του με δημιουργικό-λειτουργικό τρόπο. Αυτές όμως οι ιστορικές πολιτισμικές διεργασίες-διαδικασίες γίνονταν σταδιακά και αργά, με έναν φυσικό και μη βίαιο τρόπο. Στην εποχή της αποικιοκρατίας ωστόσο, αλλά και σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτή η επαφή των πολιτισμών γίνεται συχνά και κατά κανόνα με βίαιο τρόπο. Και μάλιστα με όρους επιβολής, καταπίεσης, εξάρτησης και ιεραρχικής υπαγωγής του «κατώτερου» ή «υπανάπτυκτου» στον «ανώτερο» ή «αναπτυγμένο» και «εξελιγμένο» πολιτισμό.

Για τον λόγο αυτό προκαλούνται αντιδράσεις και αντιστάσεις, όπου το διακύβευμα είναι το πολιτισμικό περιεχόμενο και ταυτότητα (στην καθαρά πολιτική εκδοχή του, η εθνική ταυτότητα) μιας κοινωνίας, χώρας, λαού. Έτσι δημιουργείται ιστορικά το φαινόμενο της «πολιτικοποίησης του πολιτισμού» που συχνά παίρνει τη μορφή του εθνικισμού, του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ή του θρησκευτικού ανταγωνισμού. Ενίοτε δε, εκφράζεται με συγκρούσεις και πολεμικές διαμάχες ή αποκτά και ριζοσπαστικές διαστάσεις, με την  έννοια ότι μπορεί να προκαλέσει ριζικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων ή μιας ολόκληρης κοινωνίας-χώρας.

Όταν η πολιτισμική επέκταση συνοδεύεται από οικονομική επέκταση και επιβολή οικονομικών εξαρτήσεων και ιεραρχικών σχέσεων, δηλαδή αναγκαστική και βίαιη (άμεσα ή έμμεσα- διαμεσολαβημένα) εισαγωγή και εγκαθίδρυση-αδραίωση οικονομικών-παραγωγικών συστημάτων και νοοτροπιών, τότε μιλάμε για πολιτική ισχύος, κυριαρχίας και ταξικής επιβολής (εκμετάλλευσης), δηλαδή αποικιοκρατία ή/και ιμπεριαλισμό. Στο βαθμό που αυτές οι διαδικασίες συνοδεύονται από καλλιέργεια νεότευκτων πολιτισμικών προτύπων, τρόπου ζωής, καταναλωτικών μοντέλων, τότε έχουμε και πολιτισμικό ιμπεριαλισμό. Έτσι λοιπόν δημιουργούνται άνισες, ιεραρχικές και εξουσιαστικές διεθνείς σχέσεις ανάμεσα, από τη μια, σε αδύναμους και αδικημένους λαούς και έθνη ή πολιτισμούς και, από την άλλη, σε πανίσχυρα κράτη και προνομιούχους λαούς. Οι χώρες που έχουν υποστεί την κυριαρχία και εξάρτηση βιώνουν μια κατώτερη, υποδεέστερη από άποψη ισχύος και κύρους θέση, μια πίεση και μια σχέση εξάρτησης ή επιβολής από έναν πιο ισχυρό λαό και την κυβέρνησή του. Κατά συνέπεια, εγείρονται ποικίλες αντιδράσεις, αρνήσεις και μορφές πάλης-αντίστασης στην «εξωτερική επιβολή».

Οι εν λόγω όμως αντιστάσεις, συχνά μετατρέπονται σε στείρο αρνητισμό κάθε τι προοδευτικού και καινούριου, παρά το θετικό χαρακτήρα του για την κοινωνία, την προσωπικότητα, την ποιότητα ζωής, την ελευθερία, τη σκέψη και την αντίληψη-νοοτροπία των ανθρώπων. Γι’ αυτό εξάλλου γίνονται συχνά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης και εργαλείο χειραγώγησης από τμήματα της ντόπιας ελίτ, αλλά και από διεθνείς δυνάμεις και κέντρα συμφερόντων ή γεωπολιτικών στρατηγικών-σχεδιασμών. Έτσι οι αντιστάσεις των ανθρώπων στις συνθήκες καταπίεσής τους, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και εργαλείο προώθησης οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων και στόχων, στο πεδίο των γεωπολιτικών συγκρούσεων μεταξύ των μεγάλων (αλλά και μικρότερων) ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οδηγούν δε συνήθως σε ολοκληρωτικές εκτροπές και αντεπαναστατικά-συντηρητικά καθεστώτα. Επομένως, ό,τι επιβάλλεται ως εξωτερική πίεση, επιταγή ή εκβιασμός απορρίπτεται και αποβάλλεται από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, ακόμη κι αν είναι κάτι θετικό.

Αυτή είναι και η παγίδα για την επανάσταση, για κάθε επαναστατική πράξη και κάθε επαναστάτη: να συντάσσεσαι μετωπικά με εθνοπατριωτικές ακόμη και αν αυτοαποκαλούνται «επαναστατικές» δυνάμεις (δηλαδή με την εξουσία), για να αντιμετωπίσεις και να ακυρώσεις την εκάστοτε ιμπεριαλιστική, εξουσιαστική εισβολή-επιβολή. Αντίθετα, ανατρεπτικό είναι να αγωνίζεσαι ενάντια και στους έξωθεν και στους έσωθεν εξουσιαστές. (Ας μην ξεχνάμε πώς, υπό διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις, οι ρόλοι αντιστρέφονται: η «καταπιεσμένη/εξαρτημένη» ελίτ γίνεται ιμπεριαλιστική, ενώ οι πρώην «κατακτητές» μετατρέπονται σε «θύματα της επεκτατικής πολιτικής» – π.χ. όπως έχει δείξει η ιστορία και στα καθ’ «ημάς», η αστική τάξη όταν μπορούσε ασκούσε ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ τώρα που είναι αδύναμη πλασάρει την αφήγηση-παραμύθι περί μη επεκτατικότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, καταγγέλλοντας τους γείτονες για επεκτατική πολιτική και παραβίαση των διεθνών κανόνων.)

Μια ακόμη σοβαρή παγίδα για την επανάσταση (την οποία επιφέρουν ως αντίκτυπο οι εθνοκεντρικές και συντηρητικού-εξουσιαστικού χαρακτήρα αντιστάσεις απέναντι στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις ή σχέσεις ιεραρχίας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα) είναι η διάσπαση στο εσωτερικό της κοινωνίας σε αντίπαλα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά στρατόπεδα. Δηλαδή συγκρούονται δύο κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις: η υπεράσπιση  του παλιού, της παράδοσης, του εθιμοτυπικού, του συντηρητικού και ανελεύθερου, απέναντι στην τάση πολλών ανθρώπων για κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική αλλαγή προς ένα προοδευτικό, οικουμενικό, δημοκρατικό, ελεύθερο, μη αυταρχικό-ολοκληρωτικό και καταπιεστικό, πλουραλιστικό, ανεκτικό και ανοικτό μοντέλο για την κοινωνία, τον πολιτισμό και τη συλλογική ταυτότητα.

Βέβαια το πέρασμα του χρόνου δείχνει ότι η δυτική κουλτούρα και η παγκοσμιοποίηση βγαίνουν νικητές σε αυτό το βίαιο-εξουσιαστικό παιχνίδι επικράτησης, τουλάχιστον έως τώρα. Εντούτοις, αντίρροπες δυνάμεις και εξελίξεις καταγράφονται σε διάφορα γεωγραφικά σημεία και χώρους. Ίσως το παιχνίδι δεν έχει κριθεί ακόμη. Αν φύγουμε από τη γραμμική οπτική της ιστορίας, μπορεί να προβλέψουμε ή να περιμένουμε «αντεξελίξεις» και «πισωγυρίσματα». Ή ίσως βιώσουμε και νέες πολιτισμικές μορφές, καθώς επίσης νέα πολιτικά και ιδεολογικά μορφώματα που να ενσωματώνουν λόγους για τον πολιτισμό: πολιτικούς, ιδεολογικούς, θεωρητικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς, ανθρωπολογικούς, ιστορικούς. Που να φέρουν και να αναδεικνύουν δηλαδή μια νέα αντίληψη για την πραγματικότητα και έναν νέο οικουμενικό πολιτισμό, κριτικά διακείμενο απέναντι σε στείρες και στερεοτυπικές διχοτομίες ή αντιθέσεις: τόσο στη «διαφορετικότητα» όσο και στη «διεθνικότητα και παγκοσμιοποίηση», με τη στενόμυαλη ερμηνεία τους που κατά κανόνα κυριαρχεί. Αντλώντας και αξιοποιώντας τα θετικά κάθε οπτικής, ανάλογα με τον περιβάλλον, τη γεωγραφία, την πολιτιστική παράδοση και ταυτότητα λαών, κοινωνιών, πολιτισμών, και ανθρώπων (άρα επιμέρους ομάδων αλλά και ατόμων-προσώπων-προσωπικοτήτων).

Γιατί, η αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή επιβολής και κυριαρχίας μπορεί να είναι θεμιτή, όμως από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται για να είναι ανατροπή, να κρατά σαφή απόσταση, να είναι ρητά διαχωρισμένη από κάθε εξουσιαστική, εθνοκεντρική, σκοταδιστική, κρατική και εκμεταλλευτική (οικονομική) εκδοχή και προοπτική. Αντίσταση στον οικονομικό και πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, σημαίνει άρνηση του κράτους και του καπιταλισμού, κάθε εξουσίας. Σημαίνει οικουμενική, παγκόσμια επανάσταση, δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία, αταξική και πνευματική κατάσταση (οικουμενική κοινότητα). Όχι δημιουργία νέων κρατών, κρατιδίων, εθνικισμών, διαχωρισμών, μορφών καταπίεσης και εκμετάλλευσης, μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, φασισμού.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή, μια φάση βαθιάς-ολοκληρωτικής κρίσης και παρακμής όχι μόνο του καπιταλισμού αλλά και του εξουσιαστικού πολιτισμού, όπως αυτός εγγράφεται ιστορικά στις διάφορες παραλλαγές του. Ένας πολιτισμός που συγκροτείται ως νόημα και ως σύμβολο από την ιστορική ταξικότητά του, την εκμετάλλευση και την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, και που στον καπιταλισμό εκτραχύνεται και εκτροχιάζεται μέσα από τη θεοποιημένη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους και τη μεταφυσική-φετιχιστική σχέση του με το χρήμα-εμπόρευμα. Σήμερα λοιπόν οι αντιστάσεις που περιγράψαμε οδηγούνται σε μια αναμενόμενη και αναπόφευκτη σύγκρουση αποφασιστικής σημασίας για την ιστορική αλλαγή. Ορθώνεται μπροστά μας μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο συστήματα αντιθετικών κοσμοθεωριών, ιδεών, αξιών, νοοτροπιών, τρόπου και στάση ζωής. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με μια πάλη ιδεολογική, και γι’ αυτό «ιδεαλιστική», πνευματική. Από τη μια, ο κόσμος της εκμετάλλευσης-ασυδοσίας, της ανισότητας-ιεραρχίας, της εξουσίας-κυριαρχίας. Από την άλλη, ένας καινούριος, πρωτόγνωρος κόσμος αναδύεται και μορφώνεται: ο κόσμος της αδελφότητας, της οικουμενικότητας-καθολικής κοινότητας – τόσο μεταξύ όλων των ανθρώπων, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση και διαχωρισμό, όσο και ανάμεσα στον άνθρωπο και στην οργανική και ανόργανη ύλη. Μια κοινότητα με τη φύση και το σύμπαν.

5/4/2016

Δημήτρης Φασόλης

 

Από τον καπιταλισμό στον φασισμό: μερικά «κλικ» δεξιά

Ένα από τα ζητήματα που απασχολούσε εδώ και δεκαετίες τους θεωρητικούς, πολιτικούς επιστήμονες, ιστορικούς, στοχαστές και φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και ψυχολόγους ήταν το πώς ο καπιταλισμός και η αστική δημοκρατία γέννησαν ή ανέχθηκαν-επέτρεψαν να αναπτυχθεί στους κόλπους τους ο φασισμός-ναζισμός. Υπήρχαν οι κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές προϋποθέσεις μέσα στο ίδιο το αστικό σύστημα, σε συνδυασμό με πρόσθετους ιστορικούς παράγοντες που συνέβαλαν καθοριστικά στην εκδήλωση του φασιστικού φαινομένου; Ή ήταν μια ιστορική παρέκκλιση από την αστική πρόοδο και την εξέλιξη;

Το δύσκολο εδώ σημείο, αφορά στην άποψη που υποστηρίζει ότι ο φασισμός είναι υποπροϊόν του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας. Διότι για την εν λόγω εξήγηση επιστρατεύονται πολλά διαφορετικά έως και αντιφατικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να ισχύουν την ίδια στιγμή για να δικαιολογηθεί η εμφάνιση του φαινομένου: διαφωτισμός αλλά και σκοταδισμός ταυτόχρονα, ορθός λόγος και ανορθολογισμός, αστική κουλτούρα και αρχαϊκή κουλτούρα, νεωτερικότητα και αναχρονισμός, παρακμή της δημοκρατίας και υπερβολική δημοκρατία, αυταρχισμός και κοινοβουλευτισμός. Έτσι δημιουργείται μια μπερδεμένη κατάσταση, μια σύγχυση.

Αν το δούμε όμως το φαινόμενο και το πώς προέκυψε μέσα από μια περισσότερο ή λιγότερο μαθηματική σκοπιά, μπορούμε να πούμε ότι ο φασισμός σχετίζεται με τον καπιταλισμό στενά και ότι ο πρώτος συνιστά έναν μετασχηματισμό του δεύτερου. Στον χώρο των μαθηματικών μετασχηματισμός ονομάζεται κάτι, μια μορφή και ένα περιεχόμενο που αλλάζει ως προς κάποια μέρη του, ενώ κάποια άλλα βασικά διατηρούνται σταθερά και αναλλοίωτα. Αυτό οφείλεται στα κοινά δομικά χαρακτηριστικά που συνδέουν τα δύο πράγματα ή καταστάσεις, και τα οποία είναι καθοριστικά για τη μορφή και το περιεχόμενο. Η σχέση αυτή και η διαδικασία μετασχηματισμού, εκφράζει μια συμμετρική σχέση και ιδιότητα των δομών μεταξύ τους. Μέσα από τη συμμετρία και τη σχέση σταθερής δομής-μορφής και μετασχηματιζόμενου περιεχομένου-δομής-μορφής, μπορεί η νέα αυτή μορφή που θα εκδηλωθεί να είναι εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Έτσι, κατά συνέπεια είναι δύσκολο να δει κανείς τις σταθερές και κρυμμένες ομοιότητες που υπάρχουν με την προηγούμενη μορφή.

Ποια είναι όμως τα θεμελιώδη δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που έμειναν σταθερά και ποια μετασχηματίστηκαν, έτσι ώστε έδωσαν τον φασισμό; Θεωρώ ότι τα σταθερά στοιχεία είναι ακριβώς οι ιεραρχικές-εξουσιαστικές σχέσεις, και ιδιαίτερα η κρατική δομή, και μηχανισμοί όπως ο στρατός και η αστυνομία ή εξουσιαστικοί-ιεραρχικοί θεσμοί όπως η εκπαίδευση. Επίσης η καπιταλιστική οικονομία είδαμε ότι δεν άλλαξε στη βάση της, παρέμεινε η ίδια, με τις ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας (εργάτες-αφεντικά), με επέκταση βέβαια της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας και ελέγχου. Ταυτόχρονα, η σημαντική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας διοχετεύτηκε όχι σε μια σοσιαλιστική κατεύθυνση, αλλά στην ενδυνάμωση του ολοκληρωτισμού και στην παγκόσμια διάχυση του επεκτατικού, καταστροφικού πολέμου της υποδούλωσης.

Επίσης η κυρίαρχη κουλτούρα σε πολλά σημεία παρέμεινε αναλλοίωτη: ιδιοκτησία, εξουσιαστική νοοτροπία, αποθέωση του βιομηχανισμού, καταπίεση, μαζοποίηση των κοινωνιών. Αλλά και η οικονομική λογική παρέμεινε αναλλοίωτη: το διακύβευμα της οικονομικής ανάπτυξης και ο σκόπελος της οικονομικής κρίσης είναι κοινά στοιχεία στον καπιταλισμό και στον ναζισμό-φασισμό. Η αποικιοκρατική επέκταση και τα μονοπώλια είναι μια ακόμη κοινή πτυχή-εκδοχή. Όλα αυτά συγκροτούν ένα υπόβαθρο στο οποίο άνετα μπορεί να αναπτυχθεί ο φασισμός. Όταν δηλαδή με τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς, νοοτροπίες, κουλτούρες και συνήθειες μπορεί μέσα από μείζονος ή ήσσονος σημασίας αλλαγές-μετασχηματισμούς να επέλθει ο ολοκληρωτισμός, τότε κάτι σοβαρό τρέχει με τον καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία, κάτι σάπιο υπάρχει εδώ. Δεν χρειάζεται να το ψάχνουμε κάπου αλλού, μακριά.

Η ίδια η δημοκρατία, θεωρείται ένα κομβικό σημείο στην εξέλιξη του καπιταλισμού. Μάλιστα, η κρίση της την περίοδο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την άνοδο και επικράτηση του φασισμού-ναζισμού. Όμως εδώ πρέπει να σταθούμε κριτικά και να θυμηθούμε ότι η δη-μοκρατία δεν ήταν εγγενές και δομικό στοιχείο του καπιταλισμού. Αντίθετα εμφανίστηκε λόγω ιστορικών διεργασιών, μέσα από την ταξική σύγκρουση και τα διάφορα προλεταριακά και λαϊκά κινήματα των δουλοπάροικων, αρχικά, και εργατών στη γη και τη βιομηχανία, αργότερα. Ακόμη και στην Αγγλία την εποχή της καπιταλιστικής και παραγωγικής έξαρσης-επέκτασης το κοινοβούλιο έπαιζε έναν διακοσμητικό ρόλο, τουλάχιστον όσον αφορά στην εφαρμογή και έλεγχο τήρησης των νόμων που ρύθμιζαν τα δικαιώματα των εργατών και τις συνθήκες εργασίας και υγιεινής, όπως για παράδειγμα τις σχετικές με τα παιδιά. Η δημοκρατία λοιπόν ήταν αρχικά ισχνή και για τους λίγους ισχυρούς και μορφωμένους. Και μόνο όταν οι άθλιες συνθήκες υπερεκμετάλλευσης άρχισαν να απειλούν την επιβίωση και διαιώνιση των προλετάριων και άρα την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, τότε ιδρύθηκαν και λειτούργησαν ελεγκτικοί μηχανισμοί εφαρμογής των εργατικών νόμων. Πάλι δηλαδή λειτούργησε το κράτος αυταρχικά, αφού οι καπιταλιστές δε συμμορφώνονταν με τους νόμους και έβρισκαν χίλια δυο τερτίπια για να τους παραβιάζουν.

Συνεπώς η δημοκρατία δεν είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, αλλά είναι ένα πολιτικό «επίθεμα» που θεραπεύει κάποια αρνητικά γνωρίσματά του και είναι αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών αγώνων και ανταγωνισμών. Είναι σαν να λέμε μια «μετάλλαξη», μια «απόφυση» πάνω στον οργανισμό του καπιταλισμού. Ενώ τα συστατικά δομικά στοιχεία του καπιταλισμού είναι το κράτος και η αγορά (ακόμη και σ’ ένα σοσιαλιστικό κράτος η αγορά υπάρχει, έστω κι αν ρυθμίζεται κεντρικά). Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται σε έναν εγγενή αυταρχισμό και στην επιβολή (εκμετάλλευση και καταπίεση), που υπό τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να μετασχηματιστεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς (φασισμός, αποικιοκρατία, καταπιεστικές και συντηρητικές αυτοκρατορίες).

Εν κατακλείδι, όσο υπάρχει κράτος και κεφάλαιο, ο φασισμός και ο ανοικτός ολοκληρωτισμός είναι δυνατό να επανακάμψουν.

8/3/2016

Δημήτρης Φασόλης