Η πολιτικοποίηση του πολιτισμού: εθνικισμός, αντιαποικιοκρατία, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα

Οι πολιτισμοί, όπως το αναλύει πολύ παραστατικά και εμπεριστατωμένα ο Κλοντ Λέβι-Στρως, ανέκαθεν αλληλοεπηρέζονταν. Κανένας πολιτισμός δεν προκύπτει από παρθενογέννηση. Αντίθετα, ενσωματώνει στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, τα επεξεργάζεται μέσα στον χρόνο και τα μετουσιώνει ή τα εντάσσει στην παράδοσή του με δημιουργικό-λειτουργικό τρόπο. Αυτές όμως οι ιστορικές πολιτισμικές διεργασίες-διαδικασίες γίνονταν σταδιακά και αργά, με έναν φυσικό και μη βίαιο τρόπο. Στην εποχή της αποικιοκρατίας ωστόσο, αλλά και σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτή η επαφή των πολιτισμών γίνεται συχνά και κατά κανόνα με βίαιο τρόπο. Και μάλιστα με όρους επιβολής, καταπίεσης, εξάρτησης και ιεραρχικής υπαγωγής του «κατώτερου» ή «υπανάπτυκτου» στον «ανώτερο» ή «αναπτυγμένο» και «εξελιγμένο» πολιτισμό.

Για τον λόγο αυτό προκαλούνται αντιδράσεις και αντιστάσεις, όπου το διακύβευμα είναι το πολιτισμικό περιεχόμενο και ταυτότητα (στην καθαρά πολιτική εκδοχή του, η εθνική ταυτότητα) μιας κοινωνίας, χώρας, λαού. Έτσι δημιουργείται ιστορικά το φαινόμενο της «πολιτικοποίησης του πολιτισμού» που συχνά παίρνει τη μορφή του εθνικισμού, του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ή του θρησκευτικού ανταγωνισμού. Ενίοτε δε, εκφράζεται με συγκρούσεις και πολεμικές διαμάχες ή αποκτά και ριζοσπαστικές διαστάσεις, με την  έννοια ότι μπορεί να προκαλέσει ριζικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων ή μιας ολόκληρης κοινωνίας-χώρας.

Όταν η πολιτισμική επέκταση συνοδεύεται από οικονομική επέκταση και επιβολή οικονομικών εξαρτήσεων και ιεραρχικών σχέσεων, δηλαδή αναγκαστική και βίαιη (άμεσα ή έμμεσα- διαμεσολαβημένα) εισαγωγή και εγκαθίδρυση-αδραίωση οικονομικών-παραγωγικών συστημάτων και νοοτροπιών, τότε μιλάμε για πολιτική ισχύος, κυριαρχίας και ταξικής επιβολής (εκμετάλλευσης), δηλαδή αποικιοκρατία ή/και ιμπεριαλισμό. Στο βαθμό που αυτές οι διαδικασίες συνοδεύονται από καλλιέργεια νεότευκτων πολιτισμικών προτύπων, τρόπου ζωής, καταναλωτικών μοντέλων, τότε έχουμε και πολιτισμικό ιμπεριαλισμό. Έτσι λοιπόν δημιουργούνται άνισες, ιεραρχικές και εξουσιαστικές διεθνείς σχέσεις ανάμεσα, από τη μια, σε αδύναμους και αδικημένους λαούς και έθνη ή πολιτισμούς και, από την άλλη, σε πανίσχυρα κράτη και προνομιούχους λαούς. Οι χώρες που έχουν υποστεί την κυριαρχία και εξάρτηση βιώνουν μια κατώτερη, υποδεέστερη από άποψη ισχύος και κύρους θέση, μια πίεση και μια σχέση εξάρτησης ή επιβολής από έναν πιο ισχυρό λαό και την κυβέρνησή του. Κατά συνέπεια, εγείρονται ποικίλες αντιδράσεις, αρνήσεις και μορφές πάλης-αντίστασης στην «εξωτερική επιβολή».

Οι εν λόγω όμως αντιστάσεις, συχνά μετατρέπονται σε στείρο αρνητισμό κάθε τι προοδευτικού και καινούριου, παρά το θετικό χαρακτήρα του για την κοινωνία, την προσωπικότητα, την ποιότητα ζωής, την ελευθερία, τη σκέψη και την αντίληψη-νοοτροπία των ανθρώπων. Γι’ αυτό εξάλλου γίνονται συχνά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης και εργαλείο χειραγώγησης από τμήματα της ντόπιας ελίτ, αλλά και από διεθνείς δυνάμεις και κέντρα συμφερόντων ή γεωπολιτικών στρατηγικών-σχεδιασμών. Έτσι οι αντιστάσεις των ανθρώπων στις συνθήκες καταπίεσής τους, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και εργαλείο προώθησης οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων και στόχων, στο πεδίο των γεωπολιτικών συγκρούσεων μεταξύ των μεγάλων (αλλά και μικρότερων) ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οδηγούν δε συνήθως σε ολοκληρωτικές εκτροπές και αντεπαναστατικά-συντηρητικά καθεστώτα. Επομένως, ό,τι επιβάλλεται ως εξωτερική πίεση, επιταγή ή εκβιασμός απορρίπτεται και αποβάλλεται από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, ακόμη κι αν είναι κάτι θετικό.

Αυτή είναι και η παγίδα για την επανάσταση, για κάθε επαναστατική πράξη και κάθε επαναστάτη: να συντάσσεσαι μετωπικά με εθνοπατριωτικές ακόμη και αν αυτοαποκαλούνται «επαναστατικές» δυνάμεις (δηλαδή με την εξουσία), για να αντιμετωπίσεις και να ακυρώσεις την εκάστοτε ιμπεριαλιστική, εξουσιαστική εισβολή-επιβολή. Αντίθετα, ανατρεπτικό είναι να αγωνίζεσαι ενάντια και στους έξωθεν και στους έσωθεν εξουσιαστές. (Ας μην ξεχνάμε πώς, υπό διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις, οι ρόλοι αντιστρέφονται: η «καταπιεσμένη/εξαρτημένη» ελίτ γίνεται ιμπεριαλιστική, ενώ οι πρώην «κατακτητές» μετατρέπονται σε «θύματα της επεκτατικής πολιτικής» – π.χ. όπως έχει δείξει η ιστορία και στα καθ’ «ημάς», η αστική τάξη όταν μπορούσε ασκούσε ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ τώρα που είναι αδύναμη πλασάρει την αφήγηση-παραμύθι περί μη επεκτατικότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, καταγγέλλοντας τους γείτονες για επεκτατική πολιτική και παραβίαση των διεθνών κανόνων.)

Μια ακόμη σοβαρή παγίδα για την επανάσταση (την οποία επιφέρουν ως αντίκτυπο οι εθνοκεντρικές και συντηρητικού-εξουσιαστικού χαρακτήρα αντιστάσεις απέναντι στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις ή σχέσεις ιεραρχίας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα) είναι η διάσπαση στο εσωτερικό της κοινωνίας σε αντίπαλα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά στρατόπεδα. Δηλαδή συγκρούονται δύο κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις: η υπεράσπιση  του παλιού, της παράδοσης, του εθιμοτυπικού, του συντηρητικού και ανελεύθερου, απέναντι στην τάση πολλών ανθρώπων για κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική αλλαγή προς ένα προοδευτικό, οικουμενικό, δημοκρατικό, ελεύθερο, μη αυταρχικό-ολοκληρωτικό και καταπιεστικό, πλουραλιστικό, ανεκτικό και ανοικτό μοντέλο για την κοινωνία, τον πολιτισμό και τη συλλογική ταυτότητα.

Βέβαια το πέρασμα του χρόνου δείχνει ότι η δυτική κουλτούρα και η παγκοσμιοποίηση βγαίνουν νικητές σε αυτό το βίαιο-εξουσιαστικό παιχνίδι επικράτησης, τουλάχιστον έως τώρα. Εντούτοις, αντίρροπες δυνάμεις και εξελίξεις καταγράφονται σε διάφορα γεωγραφικά σημεία και χώρους. Ίσως το παιχνίδι δεν έχει κριθεί ακόμη. Αν φύγουμε από τη γραμμική οπτική της ιστορίας, μπορεί να προβλέψουμε ή να περιμένουμε «αντεξελίξεις» και «πισωγυρίσματα». Ή ίσως βιώσουμε και νέες πολιτισμικές μορφές, καθώς επίσης νέα πολιτικά και ιδεολογικά μορφώματα που να ενσωματώνουν λόγους για τον πολιτισμό: πολιτικούς, ιδεολογικούς, θεωρητικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς, ανθρωπολογικούς, ιστορικούς. Που να φέρουν και να αναδεικνύουν δηλαδή μια νέα αντίληψη για την πραγματικότητα και έναν νέο οικουμενικό πολιτισμό, κριτικά διακείμενο απέναντι σε στείρες και στερεοτυπικές διχοτομίες ή αντιθέσεις: τόσο στη «διαφορετικότητα» όσο και στη «διεθνικότητα και παγκοσμιοποίηση», με τη στενόμυαλη ερμηνεία τους που κατά κανόνα κυριαρχεί. Αντλώντας και αξιοποιώντας τα θετικά κάθε οπτικής, ανάλογα με τον περιβάλλον, τη γεωγραφία, την πολιτιστική παράδοση και ταυτότητα λαών, κοινωνιών, πολιτισμών, και ανθρώπων (άρα επιμέρους ομάδων αλλά και ατόμων-προσώπων-προσωπικοτήτων).

Γιατί, η αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή επιβολής και κυριαρχίας μπορεί να είναι θεμιτή, όμως από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται για να είναι ανατροπή, να κρατά σαφή απόσταση, να είναι ρητά διαχωρισμένη από κάθε εξουσιαστική, εθνοκεντρική, σκοταδιστική, κρατική και εκμεταλλευτική (οικονομική) εκδοχή και προοπτική. Αντίσταση στον οικονομικό και πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, σημαίνει άρνηση του κράτους και του καπιταλισμού, κάθε εξουσίας. Σημαίνει οικουμενική, παγκόσμια επανάσταση, δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία, αταξική και πνευματική κατάσταση (οικουμενική κοινότητα). Όχι δημιουργία νέων κρατών, κρατιδίων, εθνικισμών, διαχωρισμών, μορφών καταπίεσης και εκμετάλλευσης, μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, φασισμού.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή, μια φάση βαθιάς-ολοκληρωτικής κρίσης και παρακμής όχι μόνο του καπιταλισμού αλλά και του εξουσιαστικού πολιτισμού, όπως αυτός εγγράφεται ιστορικά στις διάφορες παραλλαγές του. Ένας πολιτισμός που συγκροτείται ως νόημα και ως σύμβολο από την ιστορική ταξικότητά του, την εκμετάλλευση και την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, και που στον καπιταλισμό εκτραχύνεται και εκτροχιάζεται μέσα από τη θεοποιημένη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους και τη μεταφυσική-φετιχιστική σχέση του με το χρήμα-εμπόρευμα. Σήμερα λοιπόν οι αντιστάσεις που περιγράψαμε οδηγούνται σε μια αναμενόμενη και αναπόφευκτη σύγκρουση αποφασιστικής σημασίας για την ιστορική αλλαγή. Ορθώνεται μπροστά μας μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο συστήματα αντιθετικών κοσμοθεωριών, ιδεών, αξιών, νοοτροπιών, τρόπου και στάση ζωής. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με μια πάλη ιδεολογική, και γι’ αυτό «ιδεαλιστική», πνευματική. Από τη μια, ο κόσμος της εκμετάλλευσης-ασυδοσίας, της ανισότητας-ιεραρχίας, της εξουσίας-κυριαρχίας. Από την άλλη, ένας καινούριος, πρωτόγνωρος κόσμος αναδύεται και μορφώνεται: ο κόσμος της αδελφότητας, της οικουμενικότητας-καθολικής κοινότητας – τόσο μεταξύ όλων των ανθρώπων, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση και διαχωρισμό, όσο και ανάμεσα στον άνθρωπο και στην οργανική και ανόργανη ύλη. Μια κοινότητα με τη φύση και το σύμπαν.

5/4/2016

Δημήτρης Φασόλης

 

Από τον καπιταλισμό στον φασισμό: μερικά «κλικ» δεξιά

Ένα από τα ζητήματα που απασχολούσε εδώ και δεκαετίες τους θεωρητικούς, πολιτικούς επιστήμονες, ιστορικούς, στοχαστές και φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και ψυχολόγους ήταν το πώς ο καπιταλισμός και η αστική δημοκρατία γέννησαν ή ανέχθηκαν-επέτρεψαν να αναπτυχθεί στους κόλπους τους ο φασισμός-ναζισμός. Υπήρχαν οι κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές προϋποθέσεις μέσα στο ίδιο το αστικό σύστημα, σε συνδυασμό με πρόσθετους ιστορικούς παράγοντες που συνέβαλαν καθοριστικά στην εκδήλωση του φασιστικού φαινομένου; Ή ήταν μια ιστορική παρέκκλιση από την αστική πρόοδο και την εξέλιξη;

Το δύσκολο εδώ σημείο, αφορά στην άποψη που υποστηρίζει ότι ο φασισμός είναι υποπροϊόν του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας. Διότι για την εν λόγω εξήγηση επιστρατεύονται πολλά διαφορετικά έως και αντιφατικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να ισχύουν την ίδια στιγμή για να δικαιολογηθεί η εμφάνιση του φαινομένου: διαφωτισμός αλλά και σκοταδισμός ταυτόχρονα, ορθός λόγος και ανορθολογισμός, αστική κουλτούρα και αρχαϊκή κουλτούρα, νεωτερικότητα και αναχρονισμός, παρακμή της δημοκρατίας και υπερβολική δημοκρατία, αυταρχισμός και κοινοβουλευτισμός. Έτσι δημιουργείται μια μπερδεμένη κατάσταση, μια σύγχυση.

Αν το δούμε όμως το φαινόμενο και το πώς προέκυψε μέσα από μια περισσότερο ή λιγότερο μαθηματική σκοπιά, μπορούμε να πούμε ότι ο φασισμός σχετίζεται με τον καπιταλισμό στενά και ότι ο πρώτος συνιστά έναν μετασχηματισμό του δεύτερου. Στον χώρο των μαθηματικών μετασχηματισμός ονομάζεται κάτι, μια μορφή και ένα περιεχόμενο που αλλάζει ως προς κάποια μέρη του, ενώ κάποια άλλα βασικά διατηρούνται σταθερά και αναλλοίωτα. Αυτό οφείλεται στα κοινά δομικά χαρακτηριστικά που συνδέουν τα δύο πράγματα ή καταστάσεις, και τα οποία είναι καθοριστικά για τη μορφή και το περιεχόμενο. Η σχέση αυτή και η διαδικασία μετασχηματισμού, εκφράζει μια συμμετρική σχέση και ιδιότητα των δομών μεταξύ τους. Μέσα από τη συμμετρία και τη σχέση σταθερής δομής-μορφής και μετασχηματιζόμενου περιεχομένου-δομής-μορφής, μπορεί η νέα αυτή μορφή που θα εκδηλωθεί να είναι εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Έτσι, κατά συνέπεια είναι δύσκολο να δει κανείς τις σταθερές και κρυμμένες ομοιότητες που υπάρχουν με την προηγούμενη μορφή.

Ποια είναι όμως τα θεμελιώδη δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που έμειναν σταθερά και ποια μετασχηματίστηκαν, έτσι ώστε έδωσαν τον φασισμό; Θεωρώ ότι τα σταθερά στοιχεία είναι ακριβώς οι ιεραρχικές-εξουσιαστικές σχέσεις, και ιδιαίτερα η κρατική δομή, και μηχανισμοί όπως ο στρατός και η αστυνομία ή εξουσιαστικοί-ιεραρχικοί θεσμοί όπως η εκπαίδευση. Επίσης η καπιταλιστική οικονομία είδαμε ότι δεν άλλαξε στη βάση της, παρέμεινε η ίδια, με τις ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας (εργάτες-αφεντικά), με επέκταση βέβαια της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας και ελέγχου. Ταυτόχρονα, η σημαντική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας διοχετεύτηκε όχι σε μια σοσιαλιστική κατεύθυνση, αλλά στην ενδυνάμωση του ολοκληρωτισμού και στην παγκόσμια διάχυση του επεκτατικού, καταστροφικού πολέμου της υποδούλωσης.

Επίσης η κυρίαρχη κουλτούρα σε πολλά σημεία παρέμεινε αναλλοίωτη: ιδιοκτησία, εξουσιαστική νοοτροπία, αποθέωση του βιομηχανισμού, καταπίεση, μαζοποίηση των κοινωνιών. Αλλά και η οικονομική λογική παρέμεινε αναλλοίωτη: το διακύβευμα της οικονομικής ανάπτυξης και ο σκόπελος της οικονομικής κρίσης είναι κοινά στοιχεία στον καπιταλισμό και στον ναζισμό-φασισμό. Η αποικιοκρατική επέκταση και τα μονοπώλια είναι μια ακόμη κοινή πτυχή-εκδοχή. Όλα αυτά συγκροτούν ένα υπόβαθρο στο οποίο άνετα μπορεί να αναπτυχθεί ο φασισμός. Όταν δηλαδή με τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς, νοοτροπίες, κουλτούρες και συνήθειες μπορεί μέσα από μείζονος ή ήσσονος σημασίας αλλαγές-μετασχηματισμούς να επέλθει ο ολοκληρωτισμός, τότε κάτι σοβαρό τρέχει με τον καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία, κάτι σάπιο υπάρχει εδώ. Δεν χρειάζεται να το ψάχνουμε κάπου αλλού, μακριά.

Η ίδια η δημοκρατία, θεωρείται ένα κομβικό σημείο στην εξέλιξη του καπιταλισμού. Μάλιστα, η κρίση της την περίοδο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την άνοδο και επικράτηση του φασισμού-ναζισμού. Όμως εδώ πρέπει να σταθούμε κριτικά και να θυμηθούμε ότι η δη-μοκρατία δεν ήταν εγγενές και δομικό στοιχείο του καπιταλισμού. Αντίθετα εμφανίστηκε λόγω ιστορικών διεργασιών, μέσα από την ταξική σύγκρουση και τα διάφορα προλεταριακά και λαϊκά κινήματα των δουλοπάροικων, αρχικά, και εργατών στη γη και τη βιομηχανία, αργότερα. Ακόμη και στην Αγγλία την εποχή της καπιταλιστικής και παραγωγικής έξαρσης-επέκτασης το κοινοβούλιο έπαιζε έναν διακοσμητικό ρόλο, τουλάχιστον όσον αφορά στην εφαρμογή και έλεγχο τήρησης των νόμων που ρύθμιζαν τα δικαιώματα των εργατών και τις συνθήκες εργασίας και υγιεινής, όπως για παράδειγμα τις σχετικές με τα παιδιά. Η δημοκρατία λοιπόν ήταν αρχικά ισχνή και για τους λίγους ισχυρούς και μορφωμένους. Και μόνο όταν οι άθλιες συνθήκες υπερεκμετάλλευσης άρχισαν να απειλούν την επιβίωση και διαιώνιση των προλετάριων και άρα την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, τότε ιδρύθηκαν και λειτούργησαν ελεγκτικοί μηχανισμοί εφαρμογής των εργατικών νόμων. Πάλι δηλαδή λειτούργησε το κράτος αυταρχικά, αφού οι καπιταλιστές δε συμμορφώνονταν με τους νόμους και έβρισκαν χίλια δυο τερτίπια για να τους παραβιάζουν.

Συνεπώς η δημοκρατία δεν είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, αλλά είναι ένα πολιτικό «επίθεμα» που θεραπεύει κάποια αρνητικά γνωρίσματά του και είναι αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών αγώνων και ανταγωνισμών. Είναι σαν να λέμε μια «μετάλλαξη», μια «απόφυση» πάνω στον οργανισμό του καπιταλισμού. Ενώ τα συστατικά δομικά στοιχεία του καπιταλισμού είναι το κράτος και η αγορά (ακόμη και σ’ ένα σοσιαλιστικό κράτος η αγορά υπάρχει, έστω κι αν ρυθμίζεται κεντρικά). Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται σε έναν εγγενή αυταρχισμό και στην επιβολή (εκμετάλλευση και καταπίεση), που υπό τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να μετασχηματιστεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς (φασισμός, αποικιοκρατία, καταπιεστικές και συντηρητικές αυτοκρατορίες).

Εν κατακλείδι, όσο υπάρχει κράτος και κεφάλαιο, ο φασισμός και ο ανοικτός ολοκληρωτισμός είναι δυνατό να επανακάμψουν.

8/3/2016

Δημήτρης Φασόλης

Το σισύφειο δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης (και συνείδησης)

Έγραψα στο τελευταίο κείμενό μου ότι το να ταυτιστεί η πράξη και η δράση με τον λόγο και τη στάση του υποκειμένου, είναι κάτι πολύ δύσκολο και έχει σχεδόν εξοβελιστεί στον σύγχρονο καπιταλιστικό πολιτισμό. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να εκθέσω κάποια ερείσματα κατανόησης και δικαιολόγησης του δύσκολου (ίσως τιτάνιου) έργου που «πρέπει» ή έχει μπροστά του να επιτελέσει και να φέρει εις πέρας ο σύγχρονος άνθρωπος (ή «ανθρωπάκος»;). Καταρχήν, όταν μιλάμε για τον «άνθρωπο» κάνουμε μια γενίκευση που επιστημολογικά οδηγεί σε παρερμηνείες και αναλήθειες. Οι άνθρωποι δεν είναι όλοι το ίδιο, ιδιαίτερα δε όσον αφορά τον βαθμό συνειδητότητάς τους, και αυτό νομίζω είναι το καθοριστικό στοιχείο, η ειδοποιός διαφορά που διακρίνει-ξεχωρίζει τους ανθρώπους και εγκαθιδρύει τη διαφορετικότητα-ετερότητα. Όλες οι άλλες διαφορετικότητες-ετερότητες είτε είναι παρερμηνείες που πηγάζουν από την πρώτη είτε είναι επίπλαστες-φανταστικές. Δηλαδή πρόκειται και ιστορικά και πολιτισμικά καθορισμένες ιδιότητες και πάντως όχι πάγιες και σταθερές.

Λίγοι είναι οι άνθρωποι που έχουν αναπτυγμένη συνείδηση πάνω από τον μέσο όρο του καθημερινού ανθρώπου, του υποταγμένου στην καθημερινότητα, στη ρουτίνα, στην επιβίωση, έρμαιου της «μοίρας» (του). Αυτές οι προσωπικότητες ξεχώρισαν ιστορικά, αν και πολύ συχνά με αρνητικό τρόπο, αφού κατασυκοφαντήθηκαν και εκδιώχθηκαν ή εκτελέστηκαν, επειδή δεν έγιναν κατανοητοί από τους πολλούς. Όμως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άλλαξαν τον ρου της ιστορίας και τις ζωές μυριάδων ανθρώπων. Αυτό όμως συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι αυτοί έχουν ορισμένες δυνατότητες-δυνάμεις, δεξιότητες ή «χαρίσματα», που τους κάνουν ανθεκτικούς στην τάση προς την ομοιομορφία και τη μίμηση που ασκεί η εξουσιαστική κοινωνία πάνω στα υποκείμενα. Έτσι καταφέρνουν και ξεφεύγουν και μεγαλουργούν, πάνε κόντρα στο ρεύμα, επαναστατούν με πολλούς τρόπους και σε πολλαπλά επίπεδα: κοινωνικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά, τεχνολογικά, πνευματικά. Γίνονται (ή καλύτερα «είναι») «φυσικοί ηγέτες». Κάποιες τέτοιες προσωπικότητες είχαν και θέσεις δύναμης-ισχύς και εξουσίας, οι περισσότερες όμως όχι. Και οι μεν και οι δε, επέφεραν ριζικές και ρηξιακές με το κατεστημένο αλλαγές, έστω κι αν σε άλλες εκφάνσεις τους φαίνεται να είναι άνθρωποι καθημερινοί ή συντηρητικοί, ακόμη και εξουσιαστές.

Η ιστορία, βλέπετε, κινείται με ορισμένους άγραφους «νόμους» που δε δίνουν σημασία στα συναισθήματα, στις ιδεολογίες και στις αξίες των συνηθισμένων ανθρώπων, των πολλών. Δηλαδή δεν είναι ανθρωποκεντρική ή ανθρωπομορφική. Είναι αντικειμενική και συμπαντική. Αντίθετα, οι άνθρωποι και πιο πολύ οι επαναστάτες είναι αυτοί που καλούνται να αποκωδικοποιήσουν το περιεχόμενο της ιστορίας και να προσαρμόσουν τις αξίες και τις ιδέες-θεωρίες τους στην κίνηση και τους νόμους της.

Επιστρέφουμε λοιπόν στο σισύφειο δράμα και έργο του ανθρώπου. Οι καθημερινές και συνηθισμένες συνειδήσεις λειτουργούν περισσότερο μηχανιστικά και μιμητικά, με το πρόσχημα βέβαια μιας υποτιθέμενης, διαστρεβλωμένης ελεύθερης βούλησης, μια ψευδαίσθηση που καλλιεργείται εξάλλου πολύ έντεχνα στον καπιταλισμό (βλέπε κατανάλωση, διασκέδαση, υπερεγώ). Αυτή η λειτουργία της συνείδησης έχει καθοριστεί ιστορικά και βιολογικά από το ένστικτο και την ανάγκη επιβίωσης. Το πρωτόγονο και ζωικό στοιχείο του ανθρώπινου εγκεφάλου και οργανισμού εν γένει. Συνεπώς είναι πάρα πολύ δύσκολο να δομηθεί μια ανώτερη συνείδηση πάνω σε ένα τέτοιο υπόστρωμα. Όμως τέτοιες μειοψηφικές συνειδήσεις υπήρχαν από την αρχαιότητα ήδη, όπως ξέρουμε. Οι εν δυνάμει ικανότητες της συνείδησης υπάρχουν, ωστόσο φαίνεται να υπερτερούν οι αρνητικές οπισθοδρομικές δυνάμεις, οι εν ενεργεία ανεπάρκειες. Η ύπαρξη-συνείδηση του μέσου ανθρώπου είναι ελλειμματική και ελαττωματική. Είναι περιοριστική και αυτοαναφορική. Είναι επιθετική, πολεμική και κατακτητική.

Στην πραγματικότητα βέβαια υπάρχουν διαβαθμίσεις στη συνειδητότητα του ατόμου-υποκειμένου: ανάμεσα στα δύο άκρα που ισχύουν κατά κανόνα, και αποτελούν ίσως μια γενίκευση αναλυτική, υπάρχουν αυτοί που είναι ως ένα βαθμό συνειδητοποιημένοι περισσότερο από τη μάζα. Άλλοτε αγωνίζονται κι άλλοτε κουράζονται και τα παρατούν. Άλλοι είναι ψυλλιασμένοι, αλλά φοβούνται ή είναι πράοι και ήσυχοι άνθρωποι και δεν ανακατεύονται, εκτός αν κάτι ή κάποιος τους επηρεάσει καθοριστικά ή αν βιώσουν ένα ψυχο-σωματικό σοκ-τραύμα. Γενικότερα το τραύμα ή η νεύρωση θεωρούνται ως κίνητρα ή εναύσματα για φιλοσοφική, στοχαστική και κριτική έως επαναστατική στάση. Και υπάρχουν τέλος και οι πολλοί, η τεράστια πλειοψηφία, οι αδιάφοροι, οι κρετίνοι, οι ασυνείδητοι που δεν κατάλαβαν τίποτα και το μόνο που κοιτούν είναι να περνάνε καλά και να εξουσιάζουν-καταπιέζουν όσους και όποτε τους παίρνει. Αυτοί σίγουρα μόνο μέσα από ένα σοκ, μια τραυματική εμπειρία ή μέσα από την εξιλέωση της αυτοταπείνωσης-αυτογνωσίας μπορούν να απελευθερωθούν – αν πραγματικά του θελήσουν. Κι εδώ επανερχόμαστε πάλι στο ζήτημα του ρόλου των πρωτοπόρων προσωπικοτήτων με αναβαθμισμένες υπαρξιακές και συνειδησιακές διαστάσεις.

Πάνω σε αυτές τις εν ενεργεία, εκδηλωμένες, αρνητικές δυνάμεις και συνθήκες, έρχονται να επενεργήσουν αυξητικά και σωρευτικά οι εξουσιαστικές και ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις, με πρώτη την οικογένεια, έπειτα τις εργασιακές-οικονομικές σχέσεις και κατ’ επέκταση το σχολείο, σε πιο πρόσφατες ιστορικές περιόδους. Οπωσδήποτε, η κατώτερη, υποτακτική, ενστικτώδης και χαμηλής αυτοεκτίμησης συνείδηση αναπαράγεται συμπληρωματικά από όλους τους άλλους εξουσιαστικούς και κρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς. Επομένως ο αδύναμος άνθρωπος πιέζεται ακόμη περισσότερο, καταστέλλεται και επιβαρύνεται από εντελώς καταπιεστικές και αρνητικές κοινωνικές δυνάμεις και σχέσεις. Πώς ένα υποκείμενο, μεγαλωμένο σε μια αυταρχική ή υπερπροστατευτική οικογένεια (τα δυο χαρακτηριστικά άκρα της εξουσίας-καταπίεσης-εξάρτησης-κακοποίησης), μπορεί να αντισταθεί και να αναπτύξει μια αναβαθμισμένη και αντιεξουσιαστική ή αντικομφορμιστική και επαναστατική συνείδηση; Μόνο επιφανειακά, από μίμηση και από στείρα αντίδραση μπορεί να το κάνει. Χωρίς βέβαια καμιά ουσιαστική θετική επίδραση στη ζωή του ή στη ζωή των άλλων: δεν θ’ αλλάξει πραγματικά και ριζικά, αλλά θα αναπαράγει το σύστημα, έστω κι αν νομίζει το αντίθετο: δηλαδή αυταπατάται. Μήπως λοιπόν ζητάμε πολλά από τον «κακόμοιρο» τον άνθρωπο και του ρίχνουμε πολύ βαριές ευθύνες;

Ολοκληρωμένη και τελική απάντηση δεν έχω. Άλλωστε αλίμονο κι αν υπήρχε, μάλλον θα ’ταν πάλι άλλη μια ιδεολογία-ιδεολόγημα ένας –ισμός, μια χίμαιρα… Θεωρώ όμως ότι το βασικό και γνήσια επαναστατικό βήμα είναι η αυτοσυνείδητοποίηση, ο αναστοχασμός και η ειλικρίνεια με τον ίδιο μας τον εαυτό (και όχι το εγώ-υπερεγώ μας, γιατί για να γίνουν τα παραπάνω πρέπει αυτό να πεθάνει: να το θανατώσουμε μέσα μας). Πιο απλά, να παραδεχτούμε ειλικρινά, που σημαίνει να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε, την αδυναμία και τη μικρότητά μας. Να πούμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά-πολλά, ίσως ελάχιστα, ίσως τίποτα… Εκτός βέβαια από αυτούς που, αφού έχουν αυτοεπίγνωση και αυτοσυνείδηση, αφού έχουν αναστοχαστεί ειλικρινά, έχουν εμπιστοσύνη ότι διαφέρουν και ότι μπορούν πείσουν και τους άλλους για την αυθεντικότητά τους. Κάτι που προϋποθέτει ιδιαίτερες δεξιότητες, όπως επίσης βαθιά παιδεία και μόρφωση – σε καμιά περίπτωση συμβατική. Μόνο αν οι πολλοί αποδεχτούν τη μικρότητά τους ή την ανεπάρκειά τους, μόνο τότε δημιουργούνται δυνητικά οι προϋποθέσεις και οι προοπτικές για μια επαναστατική αναγέννηση της συνείδησης. Διαδικασία για την οποία την κύρια ευθύνη (και την οποία θα πρέπει να αναλάβουν) έχουν εκείνες οι ξεχωριστές προσωπικότητες, οι «φυσικοί ηγέτες» που θα αναδειχτούν εκ των πραγμάτων, από την ιστορία, στην πρωτοπορία της ιστορικής αλλαγής. Οι οποίοι αναλαμβάνουν να επιμορφώσουν, να διαφωτίσουν, να «καθοδηγήσουν» και να αναβαθμίσουν τη μέση ανθρώπινη συνείδηση.

Εκ των προτέρων διευκρινίζω εδώ ότι δεν αναφέρομαι σε μια εξουσιαστική σχέση και διαιώνιση της ιεραρχίας-καταπίεσης. Πώς διασφαλίζεται αυτό;

Πρώτον, οι γνήσιοι πρωτοπόροι επιμορφωτές-διαφωτιστές εννοείται ότι θα έχουν περάσει ήδη από μια αντίστοιχη διαδικασία ειλικρινούς αναστοχασμού και αποκωδικοποίησης της πραγματικότητας. Θα έχουν απορρίψει την εξουσία και τις αξίες-στόχους της. Είναι μη εξουσιαστές-αναρχικοί. Ξέρουν ότι η ανθρώπινη ύπαρξη κρύβει και θετικές δυνάμεις που πρέπει να απελευθερώσουν. Δεύτερον, όταν τα άτομα γειωθούν και ταυτιστούν με την πραγματικότητα, μέσα από τη διαδικασία αναστοχασμού και αποδοχής του εξουσιαστικού και καταπιεσμένου εαυτού τους, όταν βιώσουν την ακύρωση του υποκειμένου και τον θάνατο του εγώ τους, ως λύτρωση και απελευθέρωση, τότε μπορούν να δουν την πραγματικότητα καθαρά, όπως είναι. Τότε ανοίγεται η δυνατότητα να καταλάβουν τι είναι η εξουσία, πόσο δόλια και στυγνή είναι, αλλά ότι είναι και μέσα τους, ότι είναι και οι ίδιοι εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, ότι καταπιέζουν άλλους και καταπιέζονται, ανάλογα τις περιστάσεις, όχι αναγκαστικά από ανώτερους αλλά από τους ομοίους τους. Και ότι η εξουσία είναι μια πλάνη που υπάρχει στο κεφάλι τους. Αν βγει από κει, θα πάψει να υφίσταται. Τότε λοιπόν ανοίγεται η δυνατότητα-προοπτικά να θελήσουν να γίνουν ελεύθεροι, να γίνουν αναρχικοί, να ζουν χωρίς εξουσία και καταπίεση-εκμετάλλευση. Τρίτον, τα άτομα αυτά, τα απελευθερωμένα από τα σκουπίδια, τη ματαιοδοξία και τις αυταπάτες του εγώ-υπερεγώ τους, γίνονται γνήσια, μένουν με τον εαυτό τους απογυμνωμένο, όπως πραγματικά είναι. Τότε ακριβώς, το γνήσιο αναγνωρίζει το γνήσιο και το αυθεντικό. Οι γνήσιες και απελευθερωμένες προσωπικότητες αλληλοαναγνωρίζονται. Έτσι ακυρώνεται η όποια εξουσιαστική σχέση ανάμεσα σε διαφωτιστές-ηγέτες και σε άτομα που μορφώνονται και διαφωτίζονται.

Εκείνη την κομβική «στιγμή», ακριβώς, οι πρωτοπόροι διαφωτιστές αναλαμβάνουν δράση. Απελευθερώνουν τις δημιουργικές και ανώτερες πνευματικές και ψυχικές δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης και συνείδησης σε αντιεξουσιαστική, συνεργατική και εθελοντική σχέση με τα λυτρωμένα υποκείμενα. Αυτό δεν είναι εξουσία και καταπίεση, αντίθετα είναι συνειδησιακή, γνωσιακή, μορφωτική, ψυχοθεραπευτική «καθοδήγηση» και «διδασκαλία», καλλιέργεια της συνείδησης και της ύπαρξης και ανύψωση σε ανώτερη οντολογική διάσταση. Είτε αυτό γίνει με κάθετες ή με οριζόντιες διαδικασίες είτε με συνδυασμό των δύο, είναι ένα και το αυτό: απελευθέρωση προς την αναρχία και την αναβάθμιση-άλμα της ύπαρξης-συνείδησης σε ανώτερα κοσμικά επίπεδα. Και η αναρχία είναι η άρση όλου του ιστορικού προηγούμενου και η έλευση της αταξικής-χωρίς εξουσία ανθρωπο-λογικής και κοσμο-λογικής πραγματικότητας. Όπου λόγος και πράξη γίνονται ένα.

Οπωσδήποτε, οι πιο συνειδητοποιημένοι, οι πρωτεργάτες-συνεργάτες-αλληλέγγυοι, δεν έχουν σχέση εξουσίας με τους υπόλοιπους ανθρώπους, δεν είναι ανώτεροι ούτε σε καλύτερη μοίρα. Αντίθετα είναι πραγματικά ταπεινοί λόγω της σοφίας τους, ξέρουν ότι οι τύχες της ανθρωπότητας είναι τεράστια ευθύνη και βρίσκεται στα χέρια όλων των μελών της. Γιατί γνωρίζουν ότι, μέχρι τώρα στην ιστορία, οι πολλοί ακολουθούσαν τους λίγους, τους ηγέτες, όχι για τις ιδέες και τις αξίες που πρέσβευαν και πάλευαν, αλλά για τον ιδιωτικό κυρίως συμφέρον. Άρα, όσο η ανισορροπία αυτή στην ιστορία συνεχίζεται, όσο δεν αποκαθίσταται μια αναρχική ισορροπία-αρμονία, η μοίρα του ανθρώπινου είδους είναι αβέβαιη: καταστροφή ή βαρβαρότητα (θυμηθείτε τη σιδερένια μπότα), ή και τα δυο μαζί… Μόνο η οικουμενικότητα και η πανανθρώπινη ενότητα όλων των παιδιών της Γης μπορεί να δώσει λύσει, ώστε να βγει η ανθρωπότητα από το αδιέξοδο: η ίδια είναι η λύση.

Ίσως ζούμε σε αυτήν την κρίσιμη ιστορική και κοσμική εποχή, όπου το αέναα εκτυλισσόμενο συμπαντικό-οντολογικό «παιχνίδι» της συνείδησης βρίσκεται «τώρα» σε μια αποφασιστικής σημασίας κομβική φάση: εξέλιξη, ξεδίπλωμα και ανέλιξη, επαναστατική και αλματική ανάτασή της σε ανώτερες διαστάσεις, αλλαγή-μετουσίωση-μεταμόρφωση-μεταστοιχείωση: η συνείδηση αποκτά νέες δυνατότητες και ιδιότητες.

21/2/2016

Δημήτρης Φασόλης

Ύπαρξη και εξουσία: η καταρράκωση της συνείδησης

Η συνείδηση του ανθρώπου στενάζει και αποπροσανατολίζεται μέσα στο αχανές «δάσος» που την περιβάλλει, με τις τόσες συγκεχυμένες, πολύπλοκες, και αντιφατικές μορφές. Άνθρωποι, ήχοι, εικόνες, χρώματα, σχέσεις, δομές, φύση, τεχνητό περιβάλλον-τεχνολογίες, μισθωτή εργασία, ωράρια, ρουτίνες, αλλοτρίωση, το εγώ, ο ακυρωμένος εαυτός… κι όλα αυτά κάτω από την τεράστια σκιά – ή, καλύτερα, ταφόπλακα – της συνείδησης: ΕΞΟΥΣΙΑ, ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, ΙΕΡΑΡΧΙΑ, ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΕΓΩΙΣΜΟΣ, ΚΡΑΤΟΣ, ΙΔΙΩΤΗΣ, ΑΣΤΟΣ, ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Κι όλοι (πρόσωπα, υπάρξεις) περιστρέφονται γύρω από έναν φαύλο κύκλο, ανάμεσα από θρυμματισμένους καθρέφτες, παραμορφωμένα είδωλα: ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ-ΑΞΙΕΣ-ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ-ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ: αυταρέσκεια, αυτοϊκανοποίηση, υπερτροφισμός και αποχαύνωση του εγώ. Πώς μπορεί να επιβιώσει μέσα από όλα αυτά τα ψέματα η σκέψη (η καθαρή σκέψη) και η ατόφια συνείδηση; Πώς είναι δυνατό να εκδηλωθεί το πραγματικό συναίσθημα, η διαίσθηση και η ενόραση; Πώς μπορούν να αναπτυχθούν και να εξαπλωθούν σε όλα τα ανθρώπινα όντα;

Όμως, από την άλλη, όπως θα ’λεγε και ο Σαρτρ (και μια που είναι κάπως της μόδας σήμερα, λόγω της γνωστής διαφήμισης), κανείς δεν μπορεί να αποποιηθεί τις ευθύνες του. Οπότε, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να τις αναλάβει ενώπιον όλων και του εαυτού του. Η ευθύνη είναι χαρακτηριστική ιδιότητα της ύπαρξης, της συνείδησης. Σε τελευταία ανάλυση, είμαστε όλοι τόσο ελεύθεροι, ώστε «νιώθουμε τον ίλιγγο που προκαλεί η απόλυτη ελευθερία επιλογών στη ζωή μας». Εντούτοις, αντίθετα με την πραγματικότητα, νομίζουμε πως για όλα φταίνε οι ισχυροί και οι πλούσιοι, το κράτος και η εξουσία. Είναι βέβαια πολύ εύκολο και ωφελιμιστικό αυτό το ψέμα για το βολεμένο και υπερτροφικό εγώ μας. Ωστόσο, η θέση του Σαρτρ για την προσωπική ευθύνη, από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, ίσως κάτι μας λέει και για το σήμερα, για την ευθύνη του καθημερινού ανθρώπου στον ύστερο καπιταλισμό: προοδευτικοί ή συντηρητικοί, αριστεροί ή δεξιοί, επαναστάτες ή αντεπαναστάτες, όλοι συντηρούμε (εκτός ολίγων εξαιρέσεων) το σύστημα. Πώς; Με το να καταναλώνουμε και να διασκεδάζουμε είτε μέσα από τη μόδα και το λάιφ στάιλ είτε «εναλλακτικά». Κι ας λέμε ότι νοιαζόμαστε για τους άλλους, τους κατατρεγμένους και εξαθλιωμένους. Στην ουσία, η καθημερινότητά μας συντηρεί την εξουσία και τον καπιταλισμό.

Μια βασική έκφραση της συνειδησιακής και υπαρξιακής κρίσης-καταρράκωσσης του ανθρώπου είναι η άνοδος και εξάπλωση της ξενοφοβίας ,του ρατσισμού, του εθνικισμού και του φασισμού σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η άρνηση και αντίσταση του κόσμου στην ίδρυση hot spots, καθώς επίσης οι συντηρητικές και συντεχνιακές κινητοποιήσεις των ελεύθερων επαγγελματιών και ιδιαίτερα των αγροτών, με έντονο ακροδεξιό-φασιστικό χρώμα. Πρακτικές οι οποίες επιβεβαιώνουν αυτήν ακριβώς τη συνθήκη.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο καπιταλιστικός, μέσα από τον ασύδοτο καταναλωτισμό και το αχόρταγο-αποχαυνωτικό θέαμα δημιουργεί ένα αχαλίνωτο και αποπροσανατολισμένο εγώ. Πολλές και υπερβολικές επιθυμίες, προσδοκίες, φιλοδοξίες. Όπως λέει και ο Σοπενχάουερ στο δοκίμιό του «Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος», αυτός ο πληθωρισμός αντιφατικών ή υπερβολικών και μη ρεαλιστικών επιθυμιών επιφέρει τη δυστυχία (και γιατί όχι, τις νευρώσεις και ψυχώσεις) στο άτομο. Ευτυχισμένος είναι αυτός που μέσα από την εμπειρία του ανακαλύπτει και συνειδητοποιεί τις όποιες δυνατότητες, τις δεξιότητες και το ταλέντο του (συνήθως ένα, σπανιότερα περισσότερα) και συγκεντρώνεται-αφιερώνεται σε αυτά. Αν μπερδευόμαστε και τα θέλουμε όλα, τότε δεν θα ικανοποιούμαστε ποτέ. Επιλέγουμε λοιπόν ένα επάγγελμα ή δραστηριότητα στο οποίο είμαστε καλοί και μας αρέσει πραγματικά.

Αλλά το ίδιο ισχύει και για τα πλούτη, τα υλικά αγαθά. Ο φιλόσοφος μας λέει ότι όταν δεν επιδιώκουμε ή αγνοούμε τα επιπλέον από αυτά που έχουμε υλικά αγαθά, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Είτε τα αγνοούμε είτε επιλέγουμε να μην τα επιθυμούμε, δεν τα έχουμε ανάγκη ούτε μας προκαλεί δυστυχία η μη κατοχή ή απόκτησή τους, γιατί «δεν τα ονειρευόμαστε». Ξέρουμε και αποδεχόμαστε συνειδητά-επιλεκτικά το όριό μας. Έτσι οι φτωχοί δεν είναι δυστυχισμένοι με τα λίγα, στο βαθμό που έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι θα ζήσουν με αυτά, «δεν τους λείπουν καθόλου». Όταν όμως έχουμε επιθυμίες, όνειρα και προσδοκίες παραπάνω από αυτά που ήδη έχουμε ή μπορούμε, τότε είμαστε δυστυχισμένοι. Μόνο εφόσον ξέρουμε τα όριά μας και έχουμε επιλέξει σοφά τους στόχους-επιθυμίες μας, και τελικά δεν μπορούμε να τους πετύχουμε, τότε απογοητευόμαστε και συνεπώς υπάρχει πραγματικό πρόβλημα. Ούτε όμως και οι πλούσιοι ικανοποιούνται ποτέ, γιατί όσο περισσότερα αγαθά και πλούτο διαθέτει κανείς, τόσο περισσότερα επιθυμεί και ονειρεύεται. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τη δόξα.

Στον σύγχρονο καπιταλιστικό κοινωνικό κόσμο το κριτήριο αυτό έχει χαθεί, διότι η ίδια η οικονομία και οι κοινωνικές σχέσεις, κυριαρχούν στον άνθρωπο και στη φύση, μέσα από τον εκμηδενισμό της ύπαρξης. Για αυτό έχει προκύψει η σημερινή υπαρξιακή και ψυχολογική κρίση του υποκειμένου και κατ’ επέκταση οικονομική και κοινωνική κρίση. Τέτοιου τύπου άνθρωποι είναι εξαρτημένοι, καταπιεσμένοι, υποχείρια της αγοράς και του θεάματος. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν υπαινισσόμαστε εδώ μια επιστροφή σε ένα «βουκολικό» παρελθόν ή σε μια συντηρητική παράδοση.

Ακόμη ένα ενδιαφέρον σημείο στην προσέγγιση του Σοπενχάουερ αναφέρεται στο ότι μόλις οι άνθρωποι χάσουν πλούτη ή μια άνετη συνθήκη, μετά το αρχικό σοκ και «πένθος» η καθημερινή διάθεση σταδιακά δεν διαφέρει από την αρχική. Και αυτό ισχύει γιατί προσαρμοζόμαστε στην νέα κατάσταση και τα όριά των προσδοκιών και απαιτήσεών μας στενεύουν αντίστοιχα. Αντίστροφα, όταν αυξάνονται τα πλούτη μας έρχεται η ευτυχία, αλλά αυτή είναι προσωρινή, καθώς κλείνει ο κύκλος και επιθυμούμε μετά όλο και περισσότερα, χωρίς να χορταίνουμε. Κι έτσι έρχεται πάλι η δυστυχία και η μιζέρια. Ειρήσθω εν παρόδω, περίπου τα ίδια λένε και οι ψυχολόγοι όσον αφορά την κατάθλιψη: οι αυξημένες και μη ρεαλιστικές προσδοκίες που ματαιώνονται οδηγούν στην παραπάνω ψυχική δυσλειτουργία. Γι’ αυτό εξάλλου προβλέπεται από στατιστικές ότι η κατάθλιψη θα γίνει η πρώτη αιτία θανάτου στις σύγχρονες κοινωνίες. Μας θυμίζει τίποτε αυτό από την εξελισσόμενη κρίση; Μια κρίση βαθιά και πολυεπίπεδη και όχι μόνο οικονομική.

Θα μπορούσε επίσης η παραπάνω φιλοσοφική προσέγγιση-στοχασμός να μας διδάξει και κάτι κοινωνικοπολιτικό, να μας οδηγήσει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα: ο παραδοσιακός και παρωχημένος αριστερός λόγος «ποντάρει» ιδεολογικοπολιτικά στη δυσφορία, στη μιζέρια και στην κατάθλιψη που προκαλεί η απότομη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου και οι ματαιώσεις του εγωιστή αστού και μικροαστού (αφέντη και δούλου). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πολιτική αξιοποίηση των αυτοκτονιών – αντί να καλλιεργήσει, ως όφειλε, έναν άλλο λόγο και μια άλλη κουλτούρα, νοοτροπία και στάση ζωής απέναντι στον καπιταλιστικό και καταναλωτικό τρόπο ζωής. Παράλληλα με άλλες σχέσεις κοινωνικές και ανθρώπινες. Αυτό θα οδηγούσε, υπό προϋποθέσεις πάντα, σε μια επαναστατική αλλαγή συνείδησης που δυνητικά θα υπερέβαινε και θα ανέτρεπε την εξουσία. Κι όχι σε στείρες κινητοποιήσεις υπεράσπισης κεκτημένων και παλαιών εποχών, που αναπαράγουν το ήδη κρατικό και εξουσιαστικό υπάρχον.

Όπως με τον καταναλωτισμό και το θέαμα, που αναπαράγουν τα υποκείμενα στον καπιταλισμό, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την κουλτούρα, τον πολιτισμό. Όπως η δεξιά έτσι και η αριστερά (ή οι επανα-στάτες) έχει το «λεξιλόγιό» της, τα σύμβολα και τους κώδικές της. Μέσα όμως από την εξουσιαστική ρουτίνα, το γεγονός ότι χρησιμοποιώ το τάδε «λεξιλόγιο», δε σημαίνει ταυτόχρονα ότι το πιστεύω ή ότι υιοθετώ αντίστοιχη στάση ζωής. Η αριστερά (ας πούμε, για παράδειγμα, η αριστερή κρατική τηλεόραση) έχει τις δικές της ταινίες, θέατρα, μουσική, κλπ., τους δικούς της όρους. Επίσης, πραγματοποιεί διαλέξεις, συζητήσεις και συνελεύσεις ή, ακόμη-ακόμη, γίνονται πορείες και διαδηλώσεις. Το κατά πόσο αυτό επηρεάζει και καθορίζει το άτομο, εξαρτάται από την προσωπικότητά του (τη συνείδησή του). Και όταν συμβαίνει αυτό, τότε το σύμβολο και το λεξιλόγιο μετουσιώνεται σε ζωντανή πραγματικότητα, δηλαδή σε πράξη-δράση, σε τρόπο και στάση ζωής: το άτομο δε μένει στα λόγια. Αλλιώς, κάθε λεξιλόγιο λειτουργεί μηχανιστικά, από συνήθεια, γιατί έτσι μάθανε τα υποκείμενα να πλασάρουνε τον εγώ τους στη ζωή, στην κοινωνία και στους άλλους. Δεν αγγίζει πραγματικά το άτομο το οποιοδήποτε «επαναστατικό» λεξιλόγιο, ή πολιτιστικό δρώμενο και γεγονός: είναι ακόμη μια καθημερινή εναλλαγή ρουτινών.

Με άλλα λόγια, έτσι λειτουργεί ο «δημόσιος χώρος»: ως μια διαμεσολαβημένη σφαίρα, έμμεσων και επιφανειακών σχέσεων και επικοινωνιακών επιτελέσεων, ανάμεσα σε πομπούς-δέκτες. Όπου κυριαρχεί το σύμβολο-γλώσσα, η εικόνα και το συναίσθημα, η έπαρση, η ματαιοδοξία, η αυτοεπιβεβαίωση, η αυτοαναφορικότητα, η επιβολή, η προβολή και τελικά η ιεραρχία-εξουσία που διεχέεται μοριακά σε όλα τα επίπεδα: από το μεγάλο στα μικρά και το αντίστροφο (όλα αυτά, βέβαια, συνιστούν πτυχές του ίδιου και του αυτού πράγματος, της ιδεολογίας). Έτσι, μπορεί είτε να κοροϊδεύουμε τους άλλους συνειδητά ή ακόμη και να αυταπατόμαστε, να καλοπιανόμαστε με τον εαυτό μας, και να νομίζουμε ότι είμαστε επαναστάτες ή αριστεροί, ενώ στην πράξη αναπαράγουμε το σύστημα. Ειρωνεία μεγάλη, όμως δυστυχώς συμβαίνει… Άρα, αντικαπιταλιστική και επαναστατική είναι μόνο η πράξη, όπως και ο λόγος που συντονίζεται και ταυτίζεται με αυτήν. Και το πρώτο σημαντικό βήμα είναι η απομυθοποίηση και η απόρριψη του δίπτυχου που τρέφει τον καπιταλισμό: διασκέδαση-κατανάλωση.

Η πράξη και η δράση όμως, και η συνταύτιση υποκειμένου-λόγου-πράξης ακόμη περισσότερο, είναι πολύ δύσκολα επιτεύξιμες συνθήκες. Ιδιαίτερα στον δυτικό πολιτισμό, στον αστικό κομφορμισμό, η πράξη έχει εξαφανιστεί σχεδόν από την κοινωνική και ιστορική διαδικασία. Και όταν λέμε πράξη εννοούμε την πρακτική εκείνη συνθήκη που στιγματίζει και καθορίζει την ιστορική κίνηση και τις κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες. Κατά κανόνα, κινείται ενάντια και αντίρροπα στην κυρίαρχη κίνηση της εξουσίας. Ίσως άλλοι πολιτισμοί ευνοούν περισσότερο τη δράση και την πράξη, λόγω του πιο σκληρού και λιγότερο άνετου και ανέμελου (ευδαιμονικού) τρόπου ζωής. Εδώ η καθημερινή ψευδαίσθηση του εγώ είναι αποδυναμωμένη, κυρίως εξαιτίας της απουσίας ή της ισχνής επιρροής του θεάματος. Όμως και πάλι υπάρχει εγκλωβισμός εντέλει της πράξης, λόγω της εξαθλίωσης και γενικότερα των αντίξοων συνθηκών που καθηλώνουν το υποκείμενο στον αγώνα – και την αγωνία – της επιβίωσης. Συνεπώς μιλάμε για την ανάγκη μια πολύ δύσκολης αλλαγής από τα τρίσβαθα της ύπαρξης του ανθρώπου, που όμως είναι ιστορικά αναπόφευκτη, για να υπάρξει προοπτική για το ανθρώπινο είδος. Δυνητικά οι απαραίτητες θετικές (ανατρεπτικές) δυνάμεις ενυπάρχουν στον άνθρωπο. Άλλο τόσο υπάρχουν όμως και οι αντιφατικές αρνητικές δυνάμεις που τον καθηλώνουν και τον εγκλωβίζουν.

Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα για το οποίο αξίζει να επανέλθουμε.

9/2/2016

Δημήτρης Φασόλης

Εωσφορικές σκέψεις ενός έκπτωτου νου

Είχα την τύχη να περνώ τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας κοντά στην θάλασσα. Αμέτρητες αλμυρές ώρες μέσα και γύρω απ’ το νερό, μέχρι που άρχισα να πιστεύω πως η αληθινή μου μητέρα, ο τόπος προέλευσης μου είναι η θάλασσα. Ανάσαινα κάτω απ’ το νερό, κοιμόμουν στο βυθό, τα βήματα μου ήταν υγρά, ρεούμενα κι η ψυχή μου αλμυρή. Δεν ξεχώριζα τον εαυτό μου από τα πλάσματα του νερού.

 

Πηγαίναμε τότε με τα καΐκια από τον ένα κόσμο στον άλλο. Άλλος κόσμος η στεριά, άλλος η θάλασσα. Κι αγαπούσα να βουτώ απ’ το καΐκι, όπως και τα άλλα θαλασσινά παιδιά. Δεν το σκεφτόμουν, έπεφτα με τα πόδια ή το κεφάλι, κι ένιωθα πως πέφτω με χαρά, με τρυφεράδα στις απαρχές της ύπαρξής μου.

 

Η πτώση έχει τη γεύση της ελευθερίας. Κρύβει ανείπωτη χαρά. Η πτώση δεν έχει ποτέ σίγουρο αποτέλεσμα. Θα ζήσεις; Θα πεθάνεις; Δεν μπορείς να το ξέρεις από πριν.

Θυμάμαι πως μια μέρα ανέβηκα στην κουπαστή του καϊκιού για να πηδήσω στο νερό. Όπως κάθε φορά, όπως κάθε μέρα. Άβυσσος απλώθηκε ανάμεσα σ’ εμένα και τον υγρό αγαπημένο κόσμο. Αυτή η λίγη απόσταση, από την κουπαστή ως την επιφάνεια της θάλασσας, έγινε ξαφνικά αμέτρητη, άπειρη. Μου φάνταξε πως εκείνη η πτώση, που θα κρατούσε αιώνες, ήταν βέβαιος θάνατος!

 

Δεν μπορούσα να πηδήξω, όχι, με άδραξε απ’ τα πόδια, απ’ το κεφάλι, απ’ τα πλευρά η ανάγκη, η συντήρηση, ο πολιτισμός, ο μέγας φόβος του θανάτου.

Έμεινα μετέωρη στην άκρη της κουπαστής, λίγα ασήμαντα χιλιοστά, ένα βήμα μακρυά απ’ την ευδαιμονία της ελεύθερης πτώσης.

Ω, πως ονειρεύομαι μια ελεύθερη πτώση! Ένα άλμα στο άγνωστο, να καταργήσει τα δεσμά της κατανόησης, τα «φυσικά όρια του Κόσμου», το επιτρεπτό του κανονικού. Μια έξοδος της ψυχής στο Άπειρο, μια κίνηση αντίθετη απ’ το βέλος των πολιτισμένων μύθων, μια κλωτσιά στο Οικοδόμημα του Ανθρώπου!

 

Η ανάμνηση εκείνης της στιγμής είναι τόσο ζωντανή μέσα μου. Κι ύστερα σκέφτομαι, ποιος τάχα μίλησε για ανάμνηση; Ποιος μπορεί να ορίσει σαφώς τη γραμμική διάκριση του χρόνου σε τρεις περιόδους παρατεταγμένες τη μια μετά την άλλη; Ίσως ο νους να μοιράζει τον χρόνο για να χαλάσει την τέλεια τάξη του χάους, για να ταράξει τα γαλήνια νερά της ανυπαρξίας, δίνοντας έτσι τόπο στην ιστορία να σταθεί, να υπάρξει.

 

Παρελθόν, παρόν και μέλλον μια και μόνη στιγμή. Τίποτα δεν ξετυλίγεται, ούτε τυλίγεται, γιατί αν έκανε το ένα θα έπρεπε να κάνει και το άλλο ταυτόχρονα. Και κάπως έτσι, η αντίθεση γίνεται χώρος χωρίς νόημα. Μια και μόνη τρεμάμενη στιγμή, κάτι σαν εντύπωση, ώστε να μη μπορεί η ύπαρξη να οριστεί με ακρίβεια. Πόσο λάθος να είναι κανείς σίγουρος πως κάθε στιγμή υπάρχει.

Ας προσπαθήσω να περιγράψω μ’ έναν μύθο, ένα παραμύθι, την παράδοξη τούτη βεβαιότητα που συνοδεύει την κοινή αντίληψη  περί πραγματικότητας. Ο μύθος είναι πάντα πιο οικείος στον άνθρωπο απο την Αλήθεια.

 

Πριν ή μετά από πολλά χρόνια, κάποτε ή ποτέ, υπήρχε και δεν υπήρχε ένας Άνθρωπος. Αυτός ο Άνθρωπος ήταν διάφανος σαν προϊστορική ζωγραφιά, φαινόταν ταυτόχρονα από μέσα και από έξω κι έμοιαζε περισσότερο με μια σειρά φευγαλέων εντυπώσεων που προκύπτουν απ την αδιάκοπη εναλλαγή του φωτός και της σκιάς. Θα έλεγες δεν ήταν άλλο απ’ αυτή την ακολουθία φωτοσκιάσεων στο κατώφλι αυτού που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε Ύπαρξη.

Αυτός ο Άνθρωπος είχε μεγάλη αγωνία για το εάν τελικά υπάρχει στ’ αλήθεια. Ήθελε με κάποιο τρόπο να σιγουρέψει την παρουσία του, να αγκιστρωθεί γερά στο πλέγμα των υπαρκτών πραγμάτων, να πάψει να απειλείται από τα χάσματα της ανυπαρξίας και να αποκτήσει συνέχεια. Να στερεωθεί και ταυτόχρονα να στερεώσει τον Κόσμο.

 

Και με τούτη την εωσφορική σκέψη ενός έκπτωτου νου έπιασε και γραπώθηκε από ακολουθίες δεκαδικών ψηφίων, ένωσε τα μοτίβα των αριθμών σε εικόνες, υψώθηκε στην τρίτη διάσταση και βάθυνε συμμετρικά δημιουργώντας ένα σχήμα σφαιρικό, ένα καλούπι για να χυθεί μέσα του το αδιαμόρφωτο, το άπειρο και ν αποκτήσει μορφή και όρια.

 

Τίποτα όμως από όλο αυτό το Οικοδόμημα του Ανθρώπου δε θα κρατούσε για πολύ εάν δεν υπήρχε μια δύναμη ικανή ν’ αντιταχθεί στις σκοτεινές δυνάμεις του κενού, του χάους, της τυχαιότητας και των φριχτών χασμάτων της Ανυπαρξίας!

 

Χρειαζόταν μια κεντρική και ανυπέρβλητη εξουσία, ένας Κοσμικός Νόμος να κρατήσει το Οικοδόμημα ενωμένο πριν αυτό διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη και σκορπίσει στη βαθιά ηρεμία του Απείρου, όπως είναι η φυσική του τάση… Έτσι ο πονηρός Άνθρωπος εφηύρε τη Βαρύτητα, που στη συνέχεια γέννησε τον Πολιτισμό…

 

Και για να πειστούν κι οι πλέον αιρετικές ψυχές ο Άνθρωπος, ως Εφευρέτης, Ταχυδακτυλουργός και Μάγιστρος των Ψευδαισθήσεων, εγκατέστησε περίτεχνα και ανώδυνα μια μηχανή στον νου, στον νου του καθενός από εμάς που ζούμε σ’ έναν κόσμο τουλάχιστον τριών ή τεσσάρων διαστάσεων. Μια μηχανή που παράγει την πολύ χρήσιμη ψευδαίσθηση της συνέχειας των εικόνων…

 

Σ’ αυτόν τον Κόσμο,των τριων ή τεσσάρων διαστάσεων, που μοιάζει με σκηνή θεάτρου, με τόπο τέχνης παραστατικής, οτιδήποτε θεωρείται σημαντικο, η επιβίωση, η κοινωνική συνοχή, η εύρυθμη λειτουργία και η συνέχεια της ανθρωπότητας, εξαρτάται από ένα άλλο φοβερό κανόνα: την κανονικότητα. Η κανονικότητα και η βαρύτητα ορίζουν αυτή την συμπαγή πολιτισμική σύμβαση που ονομάζουμε “πραγματικότητα”.

 

Ετούτο το βαρύ ανθρώπινο όν με τα καρφωμένα πόδια στο χώμα, ο καθημερινός μέσος άνθρωπος αρέσκεται στα παιγνίδια και τους αντικατροπτισμούς της  γλώσσας: την κατηγοριοποίηση, την ταξινόμιση, τη δημιουργία συνόλων ομοίων πραγμάτων, τη θέσπιση θεσμών, νόμων και κανόνων, κωδίκων, συστημάτων που λειτουργούν επαναλαμβάνοντας τον εαυτό τους ασταμάτητα. Χρησιμοποιεί τέσσερεις βασικές μαθηματικές πράξεις που στην ουσία τους είναι δύο ή καλύτερα μια, με μόνο αποτέλεσμα την αύξηση, τον πολλαπλασιασμό που κατα τρόπο πραγματικά παράδοξο οδηγεί στην διασφάλιση της μακροβιότητας του μέσου όρου.

 

Η εύρυθμη και κοινωνικά προκαθορισμένη κανονικότητα είναι το θεμέλιο, το αυλάκι που επιτρέπει τη συνέχεια όλης αυτής της ανθρώπινης προσπάθειας να χωρέσει το πλατύ στο στενό, το εξαιρετικό στο μέτριο. Αυτή την προσπάθεια, αυτή τη διαδικασία ονομάζουμε επιβίωση, συντήρηση και δυστυχώς τη συγχέουμε με τη Ζωή. Από την άλλη, η Ζωή παραμένει λανθάνουσα μέσα στη διαδικασία της επιβίωσης περιμένοντας την ιστορική αναγκαιότητα να αναδείξει μια ρωγμή στο συμπαγές πλέγμα του κανονικού, ένα χάσμα τυχαιότητας, ένα κενό, μια εισβολή του χάους στην υπνούσα ανθρώπινη παρουσία – απουσία…

 

Και τότε, ο Κόσμος ξαναστήνεται απ’ την αρχή!

 

31/1/2016

 

Μαρία Πάνου

 

Σχολείο, κανονικότητα και καταστολή

Η πειθάρχηση σώματος, βούλησης και συνείδησης στο σχολείο έχει εδραιωθεί με συστηματικό και επιστημονικό τρόπο. Η κανονικότητα που επιβάλλει το σχολείο στον νέο, μέσα από την επιβολή απαρχαιωμένων και χωρίς νόημα κανόνων, ο περιορισμός ή και απαγόρευση της κίνησης, του αυθορμητισμού, της ομιλίας, του ονειροπολήματος και ο στιγματισμός τους σαν «προβληματικές» και «αποκλίνουσες» από το «φυσικό» και «κανονικό» πρότυπο συμπεριφορές, η δασκαλοκεντρική και μετωπική διδασκαλία, πειθαρχούν και καταστέλλουν σώμα και πνεύμα. Αυτά τα αυταρχικά-εξουσιαστικά χαρακτηριστικά συγκροτούν το σχολείο-στρατώνα ή, αν προτιμάτε, βιομηχανική μονάδα παραγωγής συμμορφωμένων και άβουλων ανθρώπων.


 

Η θέσπιση κανονιστικών ή αλλιώς «φυσιολογικών» προτύπων συμπεριφοράς και προσωπικότητας και η παρωχημένη διδασκαλία, το βαρετό μάθημα, όπου τα παιδιά αναγκάζονται να ακούν προσεκτικά και υπομονετικά ως επί το πλείστον άχρηστες πληροφορίες, ξεπερασμένες από την ταχύτατα εξελισσόμενη πραγματικότητα, έχει οδηγήσει στο – ανησυχητικό, ακόμη και για τα ίδια τα στελέχη της εξουσιαστικής εκπαίδευσης – φαινόμενο να αυξάνονται συνεχώς και δραματικά τα περιστατικά «αποκλινουσών», και οπωσδήποτε μη αποδεκτών στο πλαίσιο της σχολικής ζωής, συμπεριφορών: πλήθος περιστατικών με παιδιά με «μαθησιακά προβλήματα», οριακές συμπεριφορές, φάσμα αυτισμού, διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα, παρορμητικότητα και άλλες πολλές ταμπέλες, βαφτίζουν ως μη κανονικές κατά τα άλλα πολύ φυσικές συμπεριφορές ή αντιδράσεις και αντιστάσεις στην αποχαύνωση του σχολείου και στην εξουσία του δασκάλου. Τα «προβληματικά» παιδιά-μαθητές/τριες τείνουν να γίνουν περισσότερα από τα «κανονικά» και αυξάνονται οι φωνές για γενίκευση-διεύρυνση της «ειδικής αγωγής». Η οποία όμως «ειδική παρέμβαση» είναι κυρίως αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της εξουσιαστικής, αυταρχικής και ιεραρχικής επιβολής μιας κυρίαρχης συμπεριφοράς και ενός προτύπου κανονικής προσωπικότητας, και μιας διδακτικής μεθόδου που συνιστά μια παθογένεια για την ψυχή και το μυαλό των παιδιών.


 

Γιατί άραγε θεωρείται φυσιολογικό το να κάθεται ένα παιδί τόσες ώρες σε ένα άβολο κάθισμα (κάτι που ούτε εμείς οι μεγάλοι αντέχουμε για πολύ), να ακούει παθητικά έναν ενήλικα που ίσως αντιπαθεί ή δεν του λέει κάτι ενδιαφέρον, τόσο ως προς το ύφος όσο και ως προς το περιεχόμενο; Και μάλιστα να του απαγορεύει να μιλάει με τον διπλανό του, να είναι ενεργός και να αντιδρά αυθόρμητα σε αυτά που προσλαμβάνει, να σηκώνεται πάνω, να μετακινείται την ώρα του μαθήματος, να βγαίνει έξω ή να πίνει νερό και να τρώει κάτι; Πού είναι το αφύσικο σε όλα αυτά; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πιο φυσικό πράγμα από το να θέλει ένα παιδί από παθητικός δέκτης να γίνει ενεργός συμμέτοχος στη γνώση και τη σχολική ζωή, εν γένει: να σχολιάζει, να αμφισβητεί, να ενθουσιάζεται και να εκπλήσσεται φωνακτά, να κάνει πλάκα και να επιστρατεύει το χιούμορ του γι’ αυτό που ακούει/βλέπει, να σηκώνεται στον πίνακα για να γράψει κάτι ως αντίδραση στη νέα πληροφορία γνώση ή να ρωτά όρθιος δείχνοντας ή γράφοντας κάτι, ακόμη και να ανακοινώνει όρθιος μπροστά από τον πίνακα τη σκέψη του στους/στις συμμαθητές / συμμαθήτριές του.


 

Το πραγματικά αφύσικο είναι βέβαια ότι θεωρείται μάθημα όλη αυτή τη σαβούρα του προσωποκεντρικού-μετωπικού μονόλογου, λες και οι νέοι άνθρωποι (οποιοσδήποτε άνθρωπος) έχει την υποχρέωση να ακούει κάποιον και να τον τρώει στη μάπα τόσες ώρες τη μέρα, από τη ζωή του την ίδια, δηλαδή. Και το να αντιδρά, να μην προσέχει, να κάνει φασαρία, να αμφισβητεί και να ξεσηκώνεται, να θεωρείται ως «προβληματική προσωπικότητα και συμπεριφορά». Είναι απολύτως λογικό να αντιδρά σε αυτό που του σερβίρουμε έτοιμο στο πιάτο (ή, πιο κόσμια, του παρέχεται από το σχολείο), να βαριέται και να μην τον ενδιαφέρει αυτό που λέει ο κάθε τυχάρπαστος εκπαιδευτικός, να απορρίπτει τη συγκεκριμένη γνώση ή το στιλ διδασκαλίας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Επιπροσθέτως, είναι σημαντικό το ότι ο γνωστός παρωχημένος τρόπος διδασκαλίας και το γενικό πλαίσιο και η διαδικασία μάθησης δεν ταιριάζουν στον σύγχρονο τρόπο ζωής του παιδιών (αλλά και των ενηλίκων, φυσικά).


 

Έτσι λοιπόν, σκάβουμε εμείς οι ίδιοι, οι ενήλικοι, εκπαιδευτικοί και γονείς τον λάκκο μας, οδηγούμε στην παρακμή και στην κατάρρευση την κοινωνία και τον πολιτισμό μας. Γιατί είναι λογικό να καταρρεύσει με πάταγο, με τραγικό τρόπο, αυτό το σάπιο και αραχνιασμένο σύστημα πειθάρχησης και καταστολής της παιδικής (της ανθρώπινης) συνείδησης. Εκτός κι αν το συνειδητοποιήσουμε άμεσα και αλλάξουμε τροπάρι, αν ξεφύγουμε από τα θέσφατα και τα αυτονόητά μας, αν αλλάξουμε ριζικά τρόπο ζωής: όχι στην καταστολή συνειδήσεων, προώθηση της ελευθερίας και της υπαρξιακής ολοκλήρωσης, αναβάθμιση της ατομικής και συλλογικής συνείδησης, αλληλεγγύη, όχι στερεότυπα με βάση το φύλο, τη γλώσσα, την καταγωγή, τη θρησκεία, όχι ρατσισμός-φασισμός.  Και οπωσδήποτε επανάσταση στον τρόπο αντίληψης και σκέψης.


 

Δημήτρης Φασόλης


 

3/1/2016

Ένας «άλλος»-νέος κόσμος αποκαλύπτεται (τέλος εποχής): ο κόσμος των ονείρων μας

Εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια έχει ανατραπεί το κοσμοείδωλο του σύγχρονου ανθρώπου, χάρη στις ανατροπές που επέφεραν οι θετικές επιστήμες και ιδιαίτερα η φυσική και η κοσμολογία. Η απόδειξη θεωρητικά και πειραματικά ότι η αντίληψη και η εικόνα για τον κόσμο που έχουμε είναι ψευδής, ότι ο χρόνος και ο χώρος είναι μια ψευδαίσθηση, έτσι όπως τον βιώνουμε και τον αντιλαμβανόμαστε. Ακόμη περαιτέρω, ότι ουσιαστικά όλα τα πράγματα (ζωντανά και ανόργανα) είναι Ένα: ενωμένα σε μια αδιάσπαστη ενότητα με κοινά τα θεμελιώδη συστατικά της ύπαρξης, τα στοιχειώδη σωματίδια. Ουσιαστικά η αίσθηση-αντίληψη ότι τα πράγματα είναι διακριτά και ξεχωριστά, ότι οι άνθρωποι είμαστε κάτι ξέχωρο από την υπόλοιπη φύση, ότι είμαστε ξεχωριστά άτομα, δεν είναι παρά μια ψευδής και παραπλανητική εικόνα. Είμαστε όλοι και όλα άρρηκτα συνδεδεμένοι σε μια «σούπα» σωματιδίων, δηλαδή ύλης και ενέργειας αδιάσπαστης. Έτσι λοιπόν, αυτή η νέα ανατρεπτική επιστημονική κοσμοεικόνα συντάραξε τα θεμέλια της ανθρώπινης συνείδησης. Κι όμως, αυτή η επαναστατική αλλαγή στη σκέψη-νόηση δεν φαίνεται να επηρέασε ουσιαστικά και καθοριστικά τη ζωή της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Εννοώντας τον τρόπο ζωής, την αντίληψη για την πραγματικότητα, τη νοοτροπία και την κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία. Μόνο η τεχνολογία έχει αλλάξει ριζικά την καθημερινότητά μας, όχι πάντα προς το καλύτερο, δηλαδή ποιοτικότερο και ουσιαστικότερο.


 
Αυτή η νέα εικόνα του κόσμου δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστή στις «μάζες» τόσο γιατί είναι εξαιρετικά παράδοξη και αντιφατική με την κοινή αντίληψη όσο κυρίως γιατί δεν έχει ενσωματωθεί στην παιδεία, πόσο μάλλον στην εξουσιαστική εκπαίδευση. Έτσι ζούμε σε έναν κόσμο ιλιγγιώδους ταχύτητας λόγω των τεχνολογικών εραρμογών, σ’ έναν κόσμο από το μέλλον, στον οποίο όμως η ανθρώπινη σκέψη, αντίληψη και συνείδηση έχουν αγκιστρωθεί στο παρελθόν – για να μην πούμε ότι πάνε προς τα πίσω. Η γνώση λοιπόν, η παιδεία και η σκέψη είναι στην πραγματικότητα παρωχημένες και ξεπερασμένες. Τώρα όμως που η κατάσταση της ανθρωπότητας και της φύσης έχει φτάσει στο απροχώρητο, διανύοντας μια περίοδο βαθύτατης κρίσης και κατάρρευσης, είναι επιτακτικότατη ανάγκη το πέρασμα σε μια νέα κοσμοεικόνα, και κατ’ επέκταση σε μια νέα κοινωνία και πολιτισμό. Η άρδην ανατροπή αυτού του γερασμένου και πλάνου κόσμου, η επαναστατική αλλαγή συνείδησης και τρόπους σκέψης-αντίληψης.


 
Χρειάζεται λοιπόν να αποκαλυφτεί η ψευδαίσθηση της επίπλαστης «πραγματικότητας» που δεν αφήνει την ανθρωπότητα να εξελιχτεί αλλά, αντίθετα, τη ρίχνει στο βάραθρο της αυτοκαταστροφής. Αυτή η βαθιά υπαρξιακή, συνεδησιακή, ηθική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση εκφράστηκε με την κορύφωση του καπιταλισμού και την βίαιη επέκτασή του σε όλη την υφήλιο. Η έξαρση και κυριαρχία της εξουσιαστικής ιδεολογίας της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της ιεραρχίας, του διαχωρισμού των ανθρώπων σε ανώτερους και κατώτερους, η αποθέωση-επικράτηση με βίαιο τρόπο (με στρατιωτικά μέσα αλλά και μαζική πλύση εγκεφάλου) του άκρατου υλισμού, του ατομισμού-καταναλωτισμού, του ανταγωνισμού και του οικονομισμού έχει φέρει τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής: οικονομικής, οικολογικής. Αλλά και στα πρόθυρα νέων μεγάλων πολέμων, ίσως και ενός ακόμη παγκόσμιου καταστροφικού αλληλοσπαραγμού με όπλα μαζικής καταστροφής.


 
Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με την παραπάνω σχιζοειδή κατάσταση που ζει η ανθρωπότητα: τεχνολογικός και υλιστικός αχαλίνωτος ναρκισσισμός, από τη μια, πρωτογονισμός και συνειδησιακή τύφλωση μπροστά στην αδικία, την ανισότητα και την πραγματική πραγματικότητα (την αληθινή εικόνα του κόσμου) από την άλλη. Πώς λοιπόν θα αλλάξει η συνείδηση και η εντελώς λάθος πορεία της ανθρωπότητας;


 
Και ερχόμαστε τώρα στο καυτό ζήτημα της παιδείας-μόρφωσης-γνώσης. Η υποκρισία και η αυταπάτη-ψευδαίσθηση που επικρατεί σε κοινωνικό-ηθικό-πολιτισμικό επίπεδο είναι αναπόφευκτα κυρίαρχο γνώρισμα και στον χώρο της παιδείας. Ο ανταγωνισμός, ο ατομισμός και ο παραγωγισμός-παραγωγικότητα, είναι οι κυρίαρχες συνθήκες-καταστάσεις και αξίες της σύγχρονης αστικής-εξουσιαστικής εκπαίδευσης. Ο καθωσπρεπισμός, η εξουσία-αυθεντία των μεγάλων απέναντι στους νέους επιβάλλονται αυταρχικά, αν και με τρόπο τυπολατρικό και επιφανειακό, αφού στην πράξη η αυθεντία του ενήλικα έχει κι αυτή καταρρεύσει μαζί με τον φανταχτερό κόσμο του της υποκρισίας, της καταπίεσης, της αδικίας, της παράνοιας και του ψέματος. Φυσικά τα χαρακτηριστικά αυτά συνιστούν συνέχεια και προέκταση της οικογένειας, των δομών και σχέσεων που διαμορφώνουν την ίδια την κοινωνία και τον πολιτισμό.


 
Έτσι, αντί να ξαναγίνουμε παιδιά, ως οφείλαμε, κάναμε τα παιδιά γέρους πριν την ώρα τους. Αυτοσκοπός η πειθάρχηση και η επιβεβαίωση των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά. Παρόλο που τα παιδιά (και λόγω της φύσης τους) τους αμφισβητούν και τους απαξιώνουν. Γιατί οι νέες ηλικίες έχουν μεγαλώσει σε έναν άλλο χωρόχρονο από αυτό των μεγάλων, με άλλους κώδικες και συνείδηση, οπότε οι δύο κόσμοι είναι ασύμβατοι και η ουσιαστική επικοινωνία ανύπαρκτη. Μόνο τυπική-διεκπαιρεωτική και επιφανειακή επικοινωνία υπάρχει: τα παιδιά προσαρμόζονται αναγκαστικά στις εντολές και στην καθοδήγηση-συμμόρφωση (επιβολή) του κόσμου των μεγάλων, για να επιβιώσουν. Μόνο που τελικά τα περισσότερα συμβιβάζονται και ξεχνούν την παιδικότητά τους. Έτσι αναπαράγεται το σύστημα της εξουσίας και ιεραρχίας, εκμετάλλευσης και αδικίας. Δηλαδή ο πλαστός κόσμος που ξέραμε (πιστεύαμε) πριν τις μεγάλες επαναστατικές επιστημονικές αλήθειες.


 
Το «κυνήγι της διδακτέας ύλης», η μονοδιάστατη-μονιστική σκέψη (με το ένα εγχειρίδιο), η παπαγαλία, το άγχος, ο ανταγωνισμός, η βαθμοθηρία, η αξία και η λογική της παραγωγικότητας, δεν έχουν καμιά σχέση με τη γνώση και τη συνείδηση. Το αντίθετο μάλιστα: σκοτώνουν και τις δύο. Η πειθάρχηση, η εμμονή σε άχρηστους κανόνες, ο υποκριτικός καθωσπρεπισμός, η άρνηση και η καταστολή της αυθόρμητης-πηγαίας αμφισβήτησης του παιδιού προς όλα αυτά τα ψεύτικα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά, στρώνουν τον δρόμο προς τον εκφασισμό και τον συντηρητισμό – τον έχουν ήδη στρώσει, για να μην πούμε ότι έχουν πετύχει τον στόχο τους οι εξουσιαστές και οι φασίστες. Φτιάχνουν αντί για ανθρώπους ζόμπι, στρατιωτάκια, χωρίς ζωή μέσα τους. Η αναπαραγωγή της ιδεολογίας του μιλιταρισμού, του εθνικισμού και του πολέμου μέσα από τις παρελάσεις, τα παραγγέλματα το πρωί πριν την προσευχή και τις εθνικές επετείους τι άλλο κάνουν παρά να παράγουν πειθήνια ανθρωπάκια;


 
Αλλά και η υποκρισία περί θρησκευτικής πίστης: η τελετουργία της προσευχής, τυπική και άσχετη με το θρησκευτικό συναίσθημα, θέλει να μας πείσει ότι είμαστε πιστοί – όμως, αλήθεια πώς γίνεται να πιστεύουν και να λένε ότι είναι χριστιανοί; Τι κάνουν στην καθημερινή ζωή τους; Νοιάζονται για τους άλλους, τους συνανθρώπους τους; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τη στάση τους απέναντι στους κολασμένους και κατατρεγμένους, από την κατάσταση αδικίας, δυστυχίας, πολέμου, πείνας και αρρώστιας που επικρατεί στον πλανήτη. Αλήθεια, αν πιστεύεις πραγματικά σε μια ανώτερη δύναμη, γιατί πρέπει να κάνεις τον σταυρό σου και να προσεύχεσαι δημόσια; Για να αποδείξεις κάτι; Και γιατί μια θρησκεία να θεωρείται καλύτερη και ανώτερη από τις άλλες; Έχει κάποια ανώτερη (θεϊκή) «πιστοποίηση»; Δεν είναι όλες ανθρώπινες – και άρα μειονεκτικές, παρά τα όποια ψήγματα αλήθειας – ερμηνείες και κατασκευές; Βέβαια το ίδιο το θρησκευτικό συναίσθημα κάτι άλλο μας δείχνει, όσον αφορά το βαθύτερο νόημά του.


 
Η ανασφάλεια του μεγάλου για την εικόνα του, η τραυματική απώλεια και της δικής του παιδικότητας, όλα αυτά αποπνέουν μιζέρια, θάνατο. Η εκπαίδευση μαθαίνει τους νέους ανθρώπους στο ψέμα και στην υποκρισία, στην υποταγή και στην φιλαυτία. Με το να καταστέλλει και να πνίγει τον παιδικό ψυχισμό όμως, η ανθρωπότητα δεν συνειδητοποιεί ότι σκάβει τον ίδιο της τον λάκκο. Ότι θα πνιγεί μέσα στην ασυδοσία, την υποκρισία, την αδικία, τη χλιδή και την υπερβολή-ύβρις που η ίδια καλλιέργησε και θέριεψε. Το μοίρασμα του κόσμου (του πλανήτη) σε προνομιούχο και μη, η μετατροπή ηπείρων και θαλασσών σε οικόπεδα προς εκμετάλλευση και των ανθρώπων σε νούμερα και στατιστικά μεγέθη, η κλοπή του πλούτου των φτωχών χωρών, η υποδούλωσή τους στις πλαστές ανάγκες του σύγχρονου ανθρωπάκου (όλος ο πλανήτης έχει γίνει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένα κάτεργο όπου τα δύο τρία των ανθρώπων δουλεύουν για να έχει το πλούσιο ένα τρίτο την αποχαυνωτική του ευμάρεια και χλιδή), έχουν δημιουργήσει το σημερινό αδιέξοδο. Διότι όλα αυτά είναι ανισορροπίες και δυσαρμονίες που έχουν φέρει την απύθμενη κρίση και έχουν ξεθεμελιώσει το καπιταλιστικό-εξουσιαστικό σύστημα.


 
Επομένως είναι επιτακτική ανάγκη, ιστορική αναγκαιότητα και μονόδρομος, για να προχωρήσει η ανθρωπότητα σε μια νέα εποχή, να κηρυχθεί πανηγυρικά, και τυπικά το τέλος της παλιάς εποχής (αφού ουσιαστικά έχει εκπνεύσει) και η έλευση μιας άλλης επαναστατικής εποχής. Ένας νέος κόσμος, αληθινός, που δεν θα έχει καμιά σχέση με τον προηγούμενο, όπου θα ταιριάζει με την κοσμοεικόνα που μας έχει αποκαλύψει η νέα επιστήμη και όπου η απογύμνωση-απομυθοποίηση και αποδόμηση της ψευδαίσθησης είναι ήδη εδώ.


 
9/12/2015


 
Δημήτρης Φασόλης

Στη χώρα των θαυμάτων και του θεάματος της φανταχτερής συνείδησης – υπέρβαση

Στο αρχιπέλαγος της συνείδησης, όπου όλα φαίνονται να συνέχονται από μια αδιάκοπη διάρκεια, από μια αδιάσπαστη ενότητα, την ταυτότητα του υποκειμένου-παρατηρητή. Όμως, από την άλλη, όλα φαίνονται θολά, χάνεσαι μέσα στα ασαφή σχήματα-μορφές και στις σκιές που φτιάχνει η απέραντη θάλασσα, καθώς ενώνεται με τον ουρανό. Όπου η γλώσσα φτιάχνει ανύπαρκτες οντότητες-φαντάσματα. Και παγιδεύεται στον δικό της μονοδιάστατο, αυτιστικό μονόλογο με τον καθρέφτη. Στα χρώματα και αρώματα, στην εικόνα, στην ομορφιά-εμφάνιση, στην κατανάλωση πραγμάτων, στο ξόδεμα του πνεύματος και στο άδειασμα της ψυχής.


Κι ενώ όλο και περισσότερο γίνεται γνωστό ότι η συνείδησή μας έχει πρόβλημα, ότι είναι «ψευδής», καθότι ιδεολογία, και ότι βλέπουμε «την πραγματικότητα αντεστραμμένη» ή ότι «ζούμε σε μια επίμονη ψευδαίσθηση». Παρόλα αυτά, εμείς, η κοινή γνώμη με την κοινή της λογική, δεν παίρνουμε χαμπάρι, συνεχίζουμε σχεδόν σίγουροι και σχεδόν πάντα το ίδιο τροπάρι. Αυτό το καθημερινό, το ανιαρό, της καθημερινής ρουτίνας μας. Μαθαίνουμε επίσης από πειράματα των τελευταίων δεκαετιών, ότι δεν ελέγχουμε τη συνείδησή μας: αυτό που όλοι έχουμε ως αυτονόητο ότι είναι η συνείδηση συνεχώς μας εξαπατά, όπως όταν εκτελούμε κινήσεις και μετά έχουμε επίγνωσή τους ή ότι ένα ερέθισμα που διαρκεί για λιγότερο από μισό δευτερόλεπτο δεν γίνεται αντιληπτό ή ότι συγχέουμε διάφορα ερεθίσματα και σχηματίζουμε τελείως άλλη αντίληψη για την πραγματικότητα (π.χ. το πείραμα του «δερματικού κουνελιού»).


Δεν είναι υπερβολικό να σκεφτούμε μετά από όλα αυτά ότι, δεν ξέρουμε τι είναι συνείδηση, ότι είναι μια πλάνη. Και τελικά ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά συνείδηση, αλλά μια ψευδαίσθηση της διάρκειας και σταθερότητάς της, της ενότητας και της ταυτότητάς της. Ζούμε λοιπόν σε ένα Μάτριξ ή σε ένα Truman Show. Υπάρχει όμως και η γνήσια κοινωνική συνείδηση, κάπου εκεί έξω. Είναι υπέρτερη και συνέχει όλο το σύμπαν, το ορατό και το αόρατο. Μας πάει προς τα κάπου…


Κι ενώ σε λίγο κοντεύουμε να έρθουμε σε επαφή… με εξωγήινους, εμείς τρωγόμαστε με τα ρούχα μας! Κάνουμε πολέμους, για τα σύνορα, ασχολούμαστε με χώματα που τα λέμε πατρίδα, πιστεύουμε στα έθνη και τις φυλές, θέλουμε να κατακτήσουμε, οικονομικά και στρατιωτικά, δεν θέλουμε τους φτωχούς «στο σπίτι μας», αφήνουμε τα παιδιά μας να πνίγονται. Καταναλώνουμε για να ‘μαστε ωραίοι κι ευτυχισμένοι – τι αυταπάτη! Κάνουμε δηλαδή το παν για να μεγιστοποιούμε την ψευδαίσθησή μας. Κάνουμε παρελάσεις στα σχολεία, το παίζουμε ετοιμοπόλεμοι και καμαρωτοί, στρατιωτάκια, ρομποτάκια, ζόμπι. Αρπάζουμε και μας αρπάζουν, κυνηγάμε και μας κυνηγάνε, σκοτώνουμε και μας σκοτώνουν. Και λέμε: φταίει η εξουσία. Άλλη μια ψευδαίσθηση – μια πλάνη. Εμείς χτίζουμε την εξουσία, αυτό το πλέγμα σχέσεων υποκρισίας, εκμετάλλευσης (υλικής, ηθικής, ψυχικής) και κυριαρχίας του άλλου.


Γουστάρουμε κατά βάθος. Ποιοι γουστάρουν τον μιλιταρισμό και τις παρελάσεις των παιδιών; Οι γονείς τους και οι δάσκαλοί τους, βασικά. Θέλουν να τους ετοιμάσουν για τον αυριανό πόλεμο, για να γίνουν πειθήνια και υποταγμένα ρομποτάκια-ζόμπι. Όπως ήταν και αυτοί πριν από τα παιδιά τους. Ποιοι μισούν τους μετανάστες; Η εξουσία; Ή οι ίδιοι οι προλετάριοι, μικροαστοί, μεσοαστοί και δε συμμαζεύεται; Ποιοι καταπιέζουν, εκμεταλλεύονται τον συνάνθρωπο, το παιδί τους, τη γυναίκα τους, τον αδύναμο διπλανό τους και πατάνε πάνω του; Για να τρέφουν τον ανασφαλή, φοβισμένο και κενό εγωισμό τους; Οι ίδιοι οι «απλοί» άνθρωποι, φυσικά.


Αν θέλουμε να απαλλαγούμε από την εξουσία, την οικονομική εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση, πρέπει να απαλλαγούμε βασικά από τον μίζερο εαυτό μας, τον εξουσιαστή, το σκοτεινό παράσιτο μέσα μας. Λένε οι αριστερούληδες, και μαζί τους ο κόσμος, να πληρώσουν οι πλούσιοι και μετά ας τα πάρουν και από τους φτωχούς. Αυτό το γλωσσικό παιχνίδι της κοινής λογικής φαίνεται αληθινό, είναι όμως; Μα τόσες δεκαετίες που οι «από κάτω» φοροδιαφεύγουν, κάνουν δεύτερες και τρίτες αδήλωτες δουλειές με λεφτά μαύρα (οι εκπαιδευτικοί δεν αποτελούν εξαίρεση φυσικά) και κάνουν ρουσφέτια, περιμένουν λέει πότε θα πληρώσουν οι πλούσιοι. Τώρα όμως είναι αργά: έχουν συνηθίσει στο βόλεμα, συμμετέχουν συνένοχα στην απάτη και τη διαφθορά. Ασυνείδητα, χωρίς να το καταλαβαίνουν, νομίζουν ότι κάνουν αντίσταση, ενώ στην πράξη στηρίζουν το σύστημα του πλούτου και της αδικίας. Έχουν μάθει πια να μην πληρώνουν, να ιδιωτεύουν, να τα περιμένουν όλα από τους άλλους.


Μες στην αναμπουμπούλα, μαζί με τους φτωχούς δεν πληρώνουν και αυτοί που έχουν – και δεν είναι λίγοι. Το να μην πληρώνεις, ενώ έχεις, είναι αντικοινωνική-συντηρητική στάση. Δεν σ’ ενδιαφέρει το κοινό καλό, σε νοιάζει μόνο η πάρτη σου. Ιδιαίτερα σε ένα κράτος στυγνά ταξικό, όπου πράγματι τα έσοδα προέρχονται κυρίως από τις τσέπες των κατώτερων στρωμάτων. Άρα, αν δεν πληρώνεις ισχύει το επιχείρημα που εκμεταλλεύεται πολιτικά η δεξιά-νεοφιλελεύθερη άποψη, ότι ζεις σε βάρος των άλλων φορολογουμένων. Στην πραγματικότητα μας αρέσει η κατάσταση του «ύπνου», το να κοιμόμαστε για να μην σκεφτόμαστε. Γιατί είναι δύσκολο να σκέφτεσαι, να έχεις συνείδηση. Για να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα του ποταμού της ψευδαίσθησης, θέλει κόπο, απαιτείται πολλή ενέργεια για να ξεφύγεις.


Άρα τι σημαίνει αναβάθμιση και αφύπνιση της συνείδησης; Σημαίνει να ζούμε σαν να μην υπάρχει η εξουσία. Να πληρώνουμε όταν μπορούμε, ό,τι μπορούμε, αν το πιστεύουμε ότι αυτό είναι σωστό. Ή να μην πληρώνουμε αν δεν μπορούμε. Ό,τι κάνουμε όμως να το κάνουμε χωρίς φανφάρες, γκρίνιες, οδυρμούς και πολλά μπλα-μπλα. Να αγνοήσουμε και να φύγουμε από τα συνδικάτα και να γυρίσουμε τις πλάτες στους εργατοπατέρες και τα κομματόσκυλα. Να δημιουργούμε γνήσιες σχέσεις, χωρίς εξαρτήσεις, και να διαμορφώσουμε έναν τρόπο ζωής αντικαταναλωτικό, αντικομφορμιστικό, αλληλέγγυο. Να καταπνίξουμε τον εγωισμό μας, να σκεφτόμαστε μέσα από τη συλλογική προοπτική και αναγκαιότητα. Να μην αντιδρούμε ανακλαστικά στην εξουσία και στην καταπίεση. Να κατανοούμε τους άλλους, ακόμη και αυτούς που έχουν δύναμη και εξουσία, για να τους απομυθοποιούμε, αλλά και για να μην φανατιζόμαστε. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει με φανατισμούς και δογματισμούς, με βολονταρισμούς και εξαρτημένα ανακλαστικά. Αυτά δεν είναι επανάσταση.


Χωρίς Φόβο και Ενοχές! Χωρίς άγχος και εμμονή, με πάθος και πίστη αλλά χωρίς φανατισμό. Με έρωτα και ηδονή, ψυχική-πνευματική. Να βλέπεις το σώμα και την ύλη μέσα από το πνέυμα-ψυχή, την Ιδέα, τη Νόηση, το Νόημα, τον Νου. Να είσαι αυτόνομος, ελεύθερος, ανεξάρτητος, να κάνεις το σωστό χωρίς να χρειάζεται να στο επιβάλουν κάποιοι άλλοι – η εξουσία – αυτό είναι πίστη πραγματική, είναι άναρχη συνείδηση και επανάσταση. Είναι ακριβώς σαν να δημιουργείς (δηλαδή δημιουργείς εδώ και τώρα) με τη δική σου συμμετοχή-παρατήρηση (συνείδηση) ένα παράλληλο σύμπαν πραγματικής ύπαρξης και συνείδησης, ελευθερίας-αυτονομίας-αλληλεγγύης-κοινότητας-αναρχίας. Η εξουσία δεν υπάρχει πραγματικά – είναι κάτι ψεύτικο, ανούσιο, και ιστορικά αναγκαίο να εξαλειφτεί. Αυτό που υπάρχει πραγματικά είναι η ελευθερία, η επανάσταση και η αναρχία – αυτή είναι η γνήσια κοινωνική συνείδηση – δηλαδή της ουσίας-ύπαρξης: της επανάστασης ως οντολογικής κατηγορίας, αυθεντικής ύπαρξης-αλήθειας.


Παρένθεση-σημείωση: Ίσως το ότι πολλοί άνθρωποι (λαοί) πληρώνουν τα χρέη τους και ψηφίζουν μνημονιακές κυβερνήσεις να δείχνει μια ωριμότητα, μια αναβάθμιση της συνείδησης. Με την έννοια ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πλέον ότι οι παλιοί τρόποι δράσης και αντίδρασης (απεργίες, πορείες κλπ) δεν έχουν νόημα πλέον. Ότι και οι λαοί έχουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί γι’ αυτή την κατάσταση. Ότι χρειάζεται κάτι άλλο, ριζικά άλλο, ανατρεπτικά άλλο, τόσο διαφορετικό που συνιστά παράδοξο. Γι’ αυτό και το «πάγωμα», η αναμονή, η υπομονή του κόσμου.


Χρειάζεται επιτακτικά αλλαγή παραδείγματος, αλλαγή συνείδησης – ίσον Επανάσταση. Αυτό σημαίνει απέχθεια και άρνηση του λαϊκισμού, του γλειψίματος λαών και μαζών, κριτική του πλήθους, ανάδειξη του επαναστατημένου ατόμου, που ουσιαστικά είναι κοινωνός-κοινωνία σε μια νέα ανώτερη διάσταση-επίπεδο. Όξυνση της ελεύθερης συνείδησης, του «ενστίκτου» της αυτόνομης ύπαρξης, της αυταξίας του ατόμου, τους αυτόνομου-ανεξάρτητου υποκειμένου και τρόπου ζωής, χωρίς εξουσιαστικές εξαρτήσεις κάθε είδους. Σημαίνει ότι το άτομο πιστεύει στην επανάσταση της ύπαρξης και της συνείδησης, πιστεύει στον εαυτό του ως φορέα αυτής της νέας επανάστασης. Μόνο ελεύθερα, ανεξάρτητα και αυτόνομα-αυτεξούσια άτομα μπορούν να κάνουν την ποιοτική διαφορά, για το ξέσπασμα της επαναστατικής συνείδησης και την κοινωνική απελευθέρωση.


Αντίσταση και άρνηση στο υπάρχον: στο να είμαστε χαμένοι στο υγρό, ρευστό και απατηλό αρχιπέλαγος της εγωιστικής συνείδησης (της επιβίωσης όχι της ζωής), στη θάλασσα και την άβυσσο του ψέματος… Να δημιουργήσουμε μέσα μας τον παλμό της ζωτικής δύναμης που θα χτυπάει υπόγεια, «κρυφά» και υπομονετικά, ώσπου να εμπλουτιστεί με το αέρινο υλικό που θα προκαλέσει την αλλαγή κατάστασης-διάστασης… Ώσπου ένα φως να λάμψει, να έρθει «απ’ έξω», από κάπου «αλλού»… να σοκάρει και να ταρακουνήσει το μισοσβησμένο φυτίλι της κενής συνείδησης, ή σχεδόν κενής, πιθανότατα απειροελάχιστου περιεχομένου. Εν δυνάμει, που θα γίνει εν ενεργεία… Αλλαγή διάστασης, ανέλιξη-αναίρεση του υπάρχοντος, «εξύψωση» σε ανώτερη σπείρα της συνείδησης και της ανθρωπότητας, από την οικουμενικότητα στην κοσμική καθολικότητα.


8/11/2015


Δημήτρης Φασόλης

Η αυτοοργάνωση στο σύμπαν και στη ζωή

Κάποια πρώτα σχόλια πάνω στο βιβλίο «Προσμονή μέσα στο άπειρο: η κοσμική εξέλιξη», του Υμπέρ Ρηβς, πυρηνικού φυσικού και επιστημονικού συμβούλου της NASA.


Ο Υμπέρ Ρηβς μας λέει στο βιβλίο του, ότι η δημιουργία ζωής στον πλανήτη Γη ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων διαδικασιών στο πολύ μακρινό παρελθόν. Οι αρχικές συνθήκες ήταν κυριολεκτικά ακραίες, αφού επικρατούσαν υψηλές θερμοκρασίες, η ατμόσφαιρα ήταν αφιλόξενη με τρομερές θύελλες και καταιγίδες, ενώ οι μυριάδες και τεράστιες αστραπές άφηναν εκκωφαντικούς κρότους εκρήξεων (ηλεκτρικών εκκενώσεων) που θα κούφαιναν οποιοδήποτε φυσικό αφτί. Κι όμως, αυτές οι ακραίες συνθήκες ήταν το πρώτο χημικό, και αργότερα βιοχημικό, εργαστήριο της ζωής, των οργανικών μορίων και σε μεταγενέστερα στάδια των ζωντανών οργανισμών. Το νερό, πολύ βασικό στοιχείο για τη ζωή, είχε κατακλύσει τη Γη στα πρώτα στάδιά της, δημιουργώντας απέραντους ωκεανούς που είχαν κρύψει τις ηπείρους της. Είναι η φάση του «κατακλυσμού». Νερό βέβαια σε μεγάλες ποσότητες ξέρουμε ότι υπάρχει ως φαινόμενο και σε άλλους πλανήτες εντός κι εκτός ηλιακού συστήματος.


Και συνεχίζει λέγοντας ότι η αρχέγονη ατμόσφαιρα ήταν σκοτεινή και αδιαφανής. Αποτελείτο κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, αμμωνία, μεθάνιο, νερό και πιθανόν από ορισμένα στοιχεία του μεσοαστρικού χώρου. Όμως σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στον διαστημικό χώρο, στην ατμόσφαιρα τα στοιχεία βρίσκονταν σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα, δηλαδή πολύ πιο κοντά το ένα στο άλλο. Έτσι υπήρχαν πιο ευνοϊκές συνθήκες και μεγαλύτερες πιθανότητες για συνδυασμούς και συνενώσεις μεταξύ τους, ώστε να δημιουργηθούν νέα μόρια. Επίσης η θερμοκρασία από μερικές δεκάδες βαθμούς στο διάστημα, στη γήινη ατμόσφαιρα έφτανε τις μερικές εκατοντάδες.


Τα συστατικά της ατμόσφαιρας, λόγω των θεόρατων θυελλών και κυκλώνων, ανακατεύονταν με τα νερά των ωκεανών, όπου μέσα τους τα διάφορα άτομα συνδέονταν για να σχηματίσουν μόρια, σε συνθήκες ασφαλείς που τα προστάτευαν από την καταστροφική ηλιακή ακτινοβολία.  Δημιουργείται έτσι σταδιακά μια «αρχέγονη σούπα», όπου λόγω της θερμοκρασίας και των αμέτρητων και ασταμάτητων ηλεκτρικών εκκενώσεων, παίρνει σταδιακά χρώμα καφέ. Στο εργαστήριο έχουν αναπαραχθεί πειραματικά αυτές οι αρχέγονες συνθήκες: το νερό πήρε χρώμα καφέ και ανιχνεύτηκαν οργανικές ενώσεις, όπως π.χ. αλκοόλες. Ονομάστηκαν έτσι από τους επιστήμονες γιατί νόμιζαν ότι μόνο ζωντανοί οργανισμοί μπορούν να τις παραγάγουν. Όμως τελικά, να που δημιουργούνται και τεχνητά.


Όλα αυτά όμως δείχνουν μια ιδιότητα, μια ικανότητα της ύλης να αυτοοργανώνεται και να εξελίσσεται μέσα από συνδυασμούς και συνενώσεις μεταξύ των διαφόρων μερών-συστατικών της. Και όπως λέει ο Ρηβς, πάντα η φύση βρίσκει τρόπους να επιβιώνει και να ανανεώνεται σε ανώτερα επίπεδα και μορφές οργάνωσης και μοριακής ποικιλότητας, έως τις πολύπλοκες και σύνθετες μορφές ζωής. Η φύση λοιπόν (και το σύμπαν στο σύνολό του) φαίνεται να έχει μια εγγενή δημιουργική ικανότητα. Αυτή δεν έγκειται σε μια κλασική αιτιοκρατική λειτουργία, αλλά μάλλον σε έναν συνδυασμό αιτιοκρατίας και πιθανοκρατίας-τυχαιότητας. Όπου το εν ενεργεία συνυπάρχει με το δυνάμει, όπου οι άπειρες σχεδόν δυνατότητες συνδυασμού, σύνθεσης και αλληλεπίδρασης εκδηλώνονται σε έναν πεπερασμένο αριθμό μορφών και ειδών, μέσα από την παρέμβαση αιτιοκρατικών «νόμων». Όμως αυτές οι μορφές ποτέ δεν τελειώνουν, όπως εξάλλου οι νόμοι αλλάζουν ή καταργούνται και δίνουν τη θέση τους σε νέους.


Σύνθεση, δημιουργία, δόμηση, αποσύνθεση, καταστροφή και αποδόμηση, ανανέωση και αναδημιουργία-ανασύνθεση είναι οι δυνάμεις που ενυπάρχουν και εναλλάσσονται αέναα στο σύμπαν και στη φύση. Όπως το διατυπώνει ο Ρηβς: «ο ωκεανός είναι ο μεγάλος δοκιμαστικός σωλήνας όπου τα μόρια αλληλοαναζητιούνται και ενώνονται» (η υπογράμμιση δική μου). Απώτερος σκοπός ίσως είναι η αύξηση της συνθετότητας της ύλης και των μορφών ζωής.


Κάποια από τα νέα μόρια έχουν κάποιου είδους «άγκιστρα» στα άκρα τους. Αυτό χρησιμεύει για να αγκιστρώνουν άλλα μόρια κι έτσι να δημιουργούν νέες συνθέσεις μορίων, νέα μόρια ή δομές μορίων. Τα μόρια αυτά λέγονται πολυμερή και με τη βοήθεια αυτών των άγκιστρων δημιουργούν αλυσίδες και συνθέσεις που χαρακτηρίζονται από μοτίβα (επίσης δομές, αλλά διαφορετικές, δημιουργούν και οι κρύσταλλοι, που επίσης στηρίζονται σε αναπαραγωγή μοτίβων ως προς τη δομή τους). Έτσι διαθέτουν «ελευθερία» στο να σχηματίζουν ενώσεις με άλλα μόρια και μια πληθώρα δομών-μορφών οργανικής ύλης.


Αυτή η ελευθερία, όπως λέει ο Ρηβς, παίζει καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία της ζωής. Οι αλυσίδες των πολυμερών έχουν την ελευθερία να ελίσσονται μέσα στο χώρο, να συστρέφονται και να αναδιπλώνονται, ώστε έτσι να παίρνουν διάφορα σχήματα και μορφές. Επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι έχουν τη δυνατότητα να κλείνονται στον εαυτό τους, σχηματίζοντας έναν δακτύλιο. Ενώ ενωνόμενα με άλλα μόρια μπορούν να δημιουργούν σφαίρες, δημιουργώντας έτσι τον θεμελιώδη (μια σημαντική έννοια) για τη φυσιολογία «εσωτερικό χώρο».


Βλέπουμε εδώ να κυριαρχεί μια «σχεδιαστική σοφία», παρά τον φαινομενικά τυχαίο τρόπο που σχηματίζονται οι ενώσεις και αυξάνεται η συνθετότητα της ύλης. Αυτή η ελευθερία, το τυχαίο, τίποτα δεν αποκλείει να είναι ακριβώς εγγενές στοιχείο, η ίδια η «φύση» της σχεδιαστικής σοφίας στην εσωτερική υφή της ύλης και του σύμπαντος. Η ελευθερία, σε συνδυασμό με κάποιες προϋποθέσεις ή κανόνες ή αναγκαίες συνθήκες είναι η αρχική αιτία ή πληροφορία που διατρέχει την ύλη και την δημιουργική αρχή της. Η πυρηνική-πρωταρχική «πληροφορία» φαίνεται να είναι λοιπόν «ελευθερία ένωσης, ταιριάσματος, αναπαραγωγής μοτίβων». Το σύμπαν ίσως είναι προϊόν ελευθερίας, ακριβώς με την έννοια αυτή. Μια τέτοια αρχή-κανόνας (ή νόμος) ίσως είναι η αρχή της δοκιμής και της πλάνης (trial and error). Οι μορφές εναλλάσσονται, δημιουργούνται ή εξαφανίζονται, νέες δημιουργούνται μέσα σε μια διαδικασία πειραματισμού, δοκιμής και πλάνης, ώστε οι πιο «σοφές» (λειτουργικές) δομές-μορφές να επιβιώνουν. Εξ ου και λέμε ότι το σύμπαν ή η φύση είναι ένα ζωντανό εργαστήριο όπου δοκιμάζονται πειραματικά διάφορες εκδοχές της ύλης και της ζωής. Επιβιώνουν και διαιωνίζονται οι ανώτερες οργανωτικά δομές.


Η αυτοοργάνωση φαίνεται να είναι μια ακόμη αρχή, άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχή της ελευθερίας. Τα μόρια ενώνονται «για έναν σκοπό», ενώ είναι τέτοια η κατασκευή τους (τα άγκιστρα) ώστε να «αναγνωρίζονται» – όπως υποστηρίζει ο Ρηβς – όταν έρχονται μεταξύ τους και να επιλέγουν αυτά που ταιριάζουν, το ταίρι τους.


Επομένως η ικανότητα-«πληροφορία» της ελεύθερης αυτοοργάνωσης, μέσα από τον πειραματισμό και τη δοκιμή δομών και μοτίβων, αποτελεί το θεμελιακό (εγγενές) δομικό συστατικό της κοσμικής ύλης/ενέργειας και του σύμπαντος. Ουσιαστικά αυτή είναι η συνειδητότητα που ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα. Άρα και της οικείας φύσης, αλλά και της βιόσφαιρας και της ίδιας της ανθρωπότητας (κοινότητας, πολιτισμού).


1/11/2015


Δημήτρης Φασόλης